Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Η διοίκηση έφαγε τα δίδακτρά μου!

πηγή: Η Λέσχη
του Benjamin Ginsberg

Με το παρακάτω απόσπασμα από ένα πολύ πρόσφατο άρθρο του καθηγητή Benjamin Ginsberg, καθηγητή στο πανεπιστήμιο Johns Hopkins  ελπίζουμε να φανεί κάτι από την άλλη όψη των αμερικανικών πανεπιστημίων. Αυτήν την όψη που πολύ έντεχνα προσπαθεί να αποκρυφτεί από τον κυρίαρχο λόγο στην Ελλάδα σήμερα. Αν, και αυτό είναι ο εκφρασμένος στόχος, θέλουν να γίνουν τα πανεπιστήμια «όπως εκεί» τότε όσα περιγράφονται εδώ είναι μάλλον εικόνα από το δικό μας μέλλον. Τα πράγματα που περιγράφονται μοιάζουν μάλλον εξωπραγματικά για τα ελληνικά δεδομένα αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από της πραγματικότητα του επιχειρηματικού πανεπιστημίου που με βίαιο τρόπο προσπαθεί να επιβληθεί και στην χώρα μας, ιδιαίτερα μετά τα νέα νομοθετήματα της Διαμαντοπούλου. Μια ακραία, αλλά αναπόφευκτη, συνέπεια αυτής της μετάλλαξης είναι, όπως φαίνεται, και τα golden boys των πανεπιστημίων.
Να σημειώσουμε και κάτι ακόμα: Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι η σύγχρονη μετάλλαξη του πανεπιστημίου, τα τελευταία 30-40 χρόνια, έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και κριτικής και από αστούς διανοούμενους. Ο  Ginsberg ιδιαίτερα βλέπει αυτήν την μετάλλαξη σαν μια μετατόπιση του κέντρου βάρους των πανεπιστημίων από το επιστημονικό προσωπικό στο διοικητικό προσωπικό και την δημιουργία μιας γραφειοκρατίας στα ιδρύματα ξένης προς στις επιστήμες που λυμαίνεται  των πανεπιστημίων. Αυτή η τάση είναι αναμφίβολα σωστή (και περιγράφεται ανάγλυφα στα επόμενα) αλλά  ως επιμέρους έκφρασης μιας ευρύτερης πορείας οργανικής σύμπλεξης  πανεπιστημίου και αγοράς.
H μετάφραση είναι επιλεκτική με έμφαση στα πιο δημοσιογραφικά κομμάτια. Απόσπασμά της δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα ΠΡΙΝ αυτής της Κυριακής.

Benjamin Ginsberg. Η διοίκηση έφαγε τα δίδακτρά μου!

 Κανένα στατιστικό στοιχείο για την ανώτατη εκπαίδευση δεν χρήζει περισσότερης προσοχής – και ανησυχίας – για την κοινή γνώμη από το συνεχώς αυξανόμενο κόστος εισόδου σε αυτή. Από το 1980 η πληθωριστική προσαρμογή των διδάκτρων για τα δημόσια πανεπιστήμια έχει τριπλασιαστεί ενώ για τα ιδιωτικά έχει υπερδιπλασιαστεί. Συγκριτικά  με όλα τα άλλα αγαθά και τις υπηρεσίες της αμερικάνικής οικονομίας, της υγειονομικής περίθαλψης συμπεριλαμβανομένης, μόνο τα τσιγάρα και τα άλλα προϊόντα καπνού έχουν δει τις τιμές τους να αυξάνονται γρηγορότερα από το κόστος του να πάει κάποιος στο πανεπιστήμιο.   Για όλους αυτούς τους λόγους μπορούμε να συγχωρήσουμε την ανησυχία των γονέων, που πληρώνουν όλο και μεγαλύτερα δίδακτρα, για το κατά πόσο τα πανεπιστήμια σπαταλούν αυτούς τους επιπλέον πόρους ώστε να γίνει κάπως καλύτερη – για να μην πούμε τρεις φορές καλύτερη- η εκπαίδευση των νέων.
Ανάμεσα στο 1975 και το 2005 τα συνολικά έξοδα των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Αμερική έχουν τριπλασιαστεί σε πάνω από 325 δισεκατομμύρια το χρόνο. Την ίδια ακριβώς περίοδο ο λόγος διδασκόντων – διδασκομένων έχει παραμείνει σχεδόν σταθερός, περίπου δεκαπέντε ή δεκαέξι φοιτητές ανά καθηγητή. Ένα πράγμα που έχει αλλάξει ριζικά είναι ο λόγος διοικητικών – διδασκομένων. Το 1975 τα πανεπιστήμια προσλάμβαναν ένα διοικητικό για κάθε ογδόντα τέσσερις και ένα υπάλληλο προσωπικού (με αρμοδιότητες όπως δουλείες γραφείου, μηχανογράφηση και άλλα παρόμοια) για κάθε πενήντα φοιτητές. Το 2005 οι αντίστοιχες αναλογίες ήταν ένα προς εξήντα οκτώ και ένα προς είκοσι ένα.

Προφανώς λοιπόν, αφού τα πανεπιστήμια έχουν περισσότερα λεφτά να ξοδέψουν, επέλεξαν να μην τα ξοδέψουν για πόρους που αφορούν την διδασκαλία – δηλαδή για να πληρώσουν διδακτικό προσωπικό.  Επέλεξαν  αντ’ αυτού να ενισχύσουν τους πόρους που αφορούν την διοίκηση και το προσωπικό. Μια λεπτομερειακή μελέτη που δημοσιεύτηκε από το Delta Cost Project το 2010 αναφέρει πως ανάμεσα στο 1998 και το 2008, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ αύξησαν κατά 22% τα έξοδα για διδασκαλία και κατά 36% τα έξοδα για την διοίκηση και το υποστηρικτικό προσωπικό. Οι γονείς που τώρα θα ήθελαν να μάθουν γιατί τα δίδακτρα έχουν είναι τόσο υψηλά και γιατί αυξάνονται τόσο κάθε χρόνο δεν θα χαρούν και πολύ μαθαίνοντας ότι οι γιοί και οι κόρες τους έχουν την δυνατότητα να συναναστραφούν με περισσότερους διοικητικούς και υπαλλήλους αλλά όχι και με περισσότερους καθηγητές. Ε, δεν μπορείς να έχεις τα πάντα, έτσι;
Φυσικά όμως, τα πανεπιστήμια πάντοτε προσλάμβαναν διοικητικούς. Όταν εγώ ήμουν μεταπτυχιακός φοιτητής την δεκαετία του 60 και νεαρός καθηγητής την δεκαετία του 70 τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ήταν γενικά κάποιοι από το (διδακτικό) προσωπικό, ενώ ακόμα και οι  λιγότερο σπουδαίες υποθέσεις που αφορούσαν την διοίκηση ήταν υπό την ευθύνη μελλών του προσωπικού. Για αυτούς τους ακαδημαϊκούς ήταν μια δεύτερη εργασία που τυπικά λάμβανε χώρα σε κάποιες περιόδους σαν part-time δουλειά ή περιστασιακά και πάντα, λόγω των μαθημάτων τους, επέστρεφαν στην πλήρη ενασχόληση με την έρευνα και την διδασκαλία. (…)
Σήμερα, δυστυχώς, οι επαγγελματίες διοικητικοί τείνουν να βλέπουν το μανατζμεντ μόνο του. Οι περισσότεροι δεν είχαν καμία εμπειρία ως διδακτικό προσωπικό και ακόμα και αυτοί οι λίγοι που είχαν περάσει λίγο χρόνο στην αίθουσα ή στο εργαστήριο, συνήθως ελπίζουν να κάνουν την διοίκηση το επάγγελμά τους και σπανίως ελπίζουν να επιστρέψουν στην διδασκαλία. Για πολλούς από αυτούς τους μάνατζερ καριέρας, το να προωθήσουν την διδασκαλία και την έρευνα είναι λιγότερο σημαντικό από το να επεκτείνουν τα προσωπικά τους πεδία διαχείρισης. Υπό την επίβλεψή τους, τα μέσα έγιναν ο στόχος. (…)
Πριν από σαράντα χρόνια, τα αμερικάνικα πανεπιστήμια προσλάμβαναν περισσότερους καθηγητές από ότι διοικητικούς. Τις προσπάθειες 446.830 τις στήριζαν 268.952 διοικητικοί και υπάλληλοι. Τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες το πλήθος των  καθηγητών πλήρης απασχόλησης ή ισοδύναμο πλήθος καθηγητών μερικής απασχόλησης αυξήθηκε λίγο παραπάνω από 50%. Το ποσοστό αυτό είναι συγκρίσιμο με την αύξηση των εγγραφών των φοιτητών την ίδια περίοδο. Αλλά ο αριθμός των διοικητικών και των διοικητικών υπαλλήλων  αυξήθηκαν με το αστρονομικό 85% και 240% αντίστοιχα.
(…) Η διοίκηση των πανεπιστημίων, συχνά υποστηρίζει τα οικονομικά οφέλη από την χρήση επιπρόσθετου προσωπικού μερικής φοίτησης για να διδάξει μαθήματα.(…) Τα τελευταία τριάντα χρόνια μάλιστα το ποσοστό των μελών του προσωπικού που προσλήφθηκε σε μια βάση μερικής απασχόλησης έχει αυξηθεί τόσο δραματικά ώστε σήμερα σχεδόν οι μισοί από τους καθηγητές σε όλη την χώρα να δουλεύουν έτσι. (…)
Οι διοικητικοί δεν είναι μόνο καλώς στελεχωμένοι αλλά και καλοπληρωμένοι. Οι αντιπρόεδροι στο πανεπιστήμιο του Μέρυλαντ, για παράδειγμα, αμείβονται με πάνω από 200 χιλιάδες δολάρια, όπως και οι κοσμήτορες επίσης. (…) Το 2007 ο μέσος μισθός ενός προέδρου σε ένα ίδρυμα που απονέμει διδακτορικά ήταν 325.000 δολάρια. Ογδόντα τέσσερεις πρόεδροι παίρνουν πάνω από 500 χιλιάδες και δώδεκα πάνω από ένα εκατομμύριο.
Αν συνεχίζεται να έχετε ακόμα κάποια αμφιβολία για το που τα κολλέγια και τα πανεπιστήμια έχουν ξοδέψει τα αυξανόμενα δίδακτρα και τα λοιπά έσοδα, κοιτάξτε αυτό: ανάμεσα στο 1947 και το 1995 (την τελευταία χρονιά που δημοσιευτήκαν σχετικά στοιχεία) το κόστος διοίκησης αυξήθηκε από μόλις 9% σε σχεδόν 15% των συνολικών μπάτζετ που είχαν τα πανεπιστήμια. Νεότερα στοιχεία, παρότι όχι άμεσα συγκρίσιμα, ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Την ίδια περίοδο, εκφρασμένο σε σταθερά δολάρια, τα συνολικά έξοδα των πανεπιστημίων αυξήθηκαν 148%. Τα έξοδα που αφορούν το εκπαιδευτικό κομμάτι, αυξήθηκαν μόλις 128%, 20 μονάδες κάτω από τον γενικό ρυθμό ανόδου. Τα έξοδα διοίκησης, εν τούτοις, αυξήθηκαν κατά ένα υπερβολικό 235%.
Τρείς βασικές εξηγήσεις προβάλλονται συνήθως για την απότομη αυτή ανάπτυξη στο αριθμό των αριθμό διοικητικών στα πανεπιστήμια τα τελευταία τριάντα χρόνια. Μια είναι ότι έχουν υπάρξει νέων ειδών ανάγκες για διοικητικές υπηρεσίες που προϋποθέτουν περισσότερους μάνατζερ ανά φοιτητή ή ανά ακαδημαϊκό προσωπικό από το παρελθόν. Τα πανεπιστήμια έχουν μια περίπλοκη υποδομή πληροφοριακών συστημάτων, επαυξημένες υπηρεσίες για τους φοιτητές, έναν πιο εκτεταμένο μηχανισμό αύξησης εισφορών και επιρροής κτλ  σε σχέση με ότι ήτα κοινό πριν τριάντα χρόνια. Ασφαλώς όμως, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι την ίδια χρονική περίοδο ολόκληρα νέα πεδία έρευνας και διδασκαλίας έχουν ανοιχθεί σε περιοχές όπως η πληροφορική, η γενετική, και η φυσική. Άλλα τέτοια πεδία ανοίχθηκαν λόγω των συντελούμενων αλλαγών στην παγκόσμια οικονομία και τάξη. Και επιπλέον, η αύξηση του προσωπικού ανάμεσα στο 1975 και το 2005 απλώς συμβάδισε με αύξηση των εγγραφών και υστέρησε ουσιωδώς της αύξησης των διοικητικών. Αυτό έδωσε ώθηση στα κολλέγια να επενδύσουν στο μάνατζμεντ περισσότερο από στην διδασκαλία και την έρευνα.
Μια δεύτερη κοινή εξήγηση που δίνεται στην επέκταση αυτή των διοικητικών τα τελευταία χρόνια είναι η αυξανόμενη ανάγκη ανταπόκρισης στις εντολές και στις ανάγκες τα’ηρησης αρχείων που απέβαλα οι κυβερνήσεις όπως επίσης και ένα πλήθος φορέων διαπίστευσης και έκδοσης αδειών. Είναι σίγουρα σωστό ότι μεγάλος αριθμός διοικητικών σπαταλά ένα μεγάλο κομμάτι χρόνου για να προετοιμάζει αναφορές και να συλλέγει πληροφορίες, για τέτοιες ή άλλες υπηρεσίες. Αλλά όσο φορτική χαρτοδουλειά και να είναι δεν είναι σαφές ότι εξηγεί αυτήν την αύξηση στο προσωπικό διοίκησης που παρατηρήσαμε.  (…)  Πιο γενικά, θα περιμέναμε ότι αν αύξηση των διοικητικών ήταν μόνο μια προσαρμογή στις εξωτερικές διαταγές, αυτή η αύξηση θα ήταν μεγαλύτερη στα πολιτειακά κολλέγια που είναι πιο εκτεθειμένα στις κυβερνητικές απαιτήσεις από ότι τα ιδιωτικά, τα οποία είχαν μια μεγαλύτερη ελευθερία να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους όπως επιθυμούσαν. Ακόμα, όταν μελετήσουμε τα δεδομένα, ακριβώς το αντίθετο φαίνεται να συμβαίνει. Ανάμεσα στο 1975 και το 2005 ο αριθμός των διοικητικών και μάνατζερ που επάνδρωσε το τα δημόσια ιδρύματα είναι αυξημένος κατά 66%. Την ίδια περίοδο ο αριθμός αυτών που τα ιδιωτικά είναι αυξημένος κατά 135%. Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν ότι ασυμβίβαστοι με την ιδέα ότι οι εξωτερικές απαιτήσεις είναι αυτές οι δυνάμεις που οδήγησαν την αύξησης των διοικητικών στα αμερικανικά ιδρύματα.
Μια τρίτη εξήγηση έχει να κάνει με την συμπεριφορά του προσωπικού. Πολλά μέλη αυτού, συχνά λέγεται, ότι βλέπουν τις δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με την διοίκηση σαν εκνευριστικές μικροδουλειές και ικανοποιούνται με το να τις αφήνουν να αναλαμβάνονται από άλλους. Ενώ σε κάτι τέτοιο υπάρχει κάποια αλήθεια, δεν είναι σίγουρα όλη η πραγματικότητα. Αρκετά συχνά, έχω παρατηρήσει ότι καθηγητές που θα ήθελαν να παρουσιάσουν διοικητικό έργο χάνουν το ενδιαφέρον τους όταν ανακαλύπτουν ότι οι επιτροπές τα συμβούλια και οι συνελεύσεις γύρω από τις οποίες το προσωπικό συνήθιζε να δρα έχουν παραδώσει αρκετή, αν όχι όλη από την εξουσία τους στους διοικητικούς.
Αν οι αυξανόμενες ανάγκες, οι απαιτήσεις της κυβέρνησης και οι προτιμήσεις των ακαδημαϊκών δεν είναι επαρκείς εξηγήσεις για αυτό το φαινόμενο , μια εναλλακτική εξήγηση μπορεί να βρεθεί στη φύση των πανεπιστημιακών γραφειοκρατιών. Προπαντός, η αυξηση των διοικητικών πρέπει να ειδωθεί πρώτα σαν ένα αποτέλεσμα των προσπαθειών των ίδιων να αυξήσουν τους ρόλους τους στην ακαδημαϊκή ζωή. (…)
Ο αριθμός των διοικητικών και των υπαλλήλων στο πανεπιστήμιο έχει μεγαλώσει τόσο γρήγορα τα τελευταία χρόνια που δεν υπάρχει αρκετή δουλειά να κάνουνε ώστε να είναι όλοι απασχολημένοι. Για να γεμίσουν το χρόνο τους όλοι αυτοί οι διοικητικοί ενασχολούνται με ένα αριθμό αυτοσχέδιων δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη «συνάντηση προέδρων» σε ένα Community college (σ.τ.μ. κάτι κατώτερο από κανονικό πανεπιστήμιο), ένα από τα δεκαοκτώ θέματα της ημερήσιας διάταξης που συζητήθηκε από τα διοικητικά στελέχη αφορούσε σχέδια για μελλοντικές συναντήσεις καθώς και συζητήσεις για άλλες πρόσφατα πεπραγμένες συναντήσεις.(…)
Στα μπάτζετ που αφορούν αυτές τις διοικητικές λειτουργίες συχνά περιλαμβάνονται και χρηματοδοτήσεις για ταξίδια, σύμφωνα με την θεωρία ότι η συμμετοχή σε συσκέψεις θα βελτιώσει τις ικανότητες των διοικητικών στελεχών και θα τους δώσει νέες πληροφορίες και ιδέες που τελικά θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των σχολών τους. Μπορούμε λοιπόν να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος που οι διοικητικοί θα πάνε έως το Maui κατά τη διάρκεια του χειμώνα για μια σειρά συσκέψεων που χρηματοδοτείται από το North American Association of Summer Sessions. Λαμβάνοντας υπόψη τα έξοδα και ταλαιπωρία που συνήθως προκύπτουν από τέτοιο ταξίδι στη Χαβάη, είναι απολύτως δικαιολογημένο για τα κολέγια να έχουν τέτοιου είδους λογαριασμούς.
Άλλη μια πανταχού παρούσα εξάσκηση την  εργασία τους είναι η σύνθεση ενός «στρατηγικού πλάνου». Μέχρι πριν λίγα χρόνια, τα κολλέγια πολύ λίγο ασχολούνταν με κάποιο επίσημο σχεδιασμό. Παρόλα αυτά σήμερα, πρακτικά κάθε κολλέγιο και πανεπιστήμιο στην χώρα έχει ένα λεπτομερές στρατηγικό πλάνο. Αυτό συνήθως είναι ένα μακροσκελές έγγραφο –περίπου 100 σελίδων ή και παραπάνω- το οποίο επιδιώκει να αρθρώσει την αποστολή της σχολής, το όραμα της ηγεσίας της για το μέλλον καθώς και επιμέρους βήματα που χρειάζονται για να επιτύχουν οι στόχοι.(…)
Υπάρχει όμως ένας χώρος στον οποίο οι διοικητικοί σαν κλάση έχουν να αποδείξουν εξαιρετική εμπειρία.  Αυτό είναι το ευρύτερο πεδίο της αύξησης των εσόδων. Ακόμα και κατά την διάρκεια της ύφεσης το 2009, οι σχολές ήταν σε θέση να βγάζουν λεφτά.(…)
Το άγχος για αύξηση των εσόδων έχει επιτρέψει σε όχι λίγους προέδρους αποκτήσουν πολυτελή γραφεία, πολυτελείς κατοικίες και μια σειρά από μπόνους πέρα από τους πριγκηπικούς μισθούς. Ακόμα κάποιοι απολαμβάνουν τις υπηρεσίες ενός σοφέρ για να μετακινούνται προς την δουλεία τους καθώς και οικιακούς βοηθούς για όταν διασκεδάζουν ή απλώς ξεκουράζονται σπίτι τους. Αυτά αλλά και πολλά άλλα προνόμια τα υπερασπίζονται σαν αναγκαία για να  επιτύχουν κοινωνικές τους υποχρεώσεις και, ιδιαίτερα, να κάνουν εντύπωση στους πλούσιους ευεργέτες των σχολών τους.
Πρόεδροι των κολλεγίων είναι συνήθως τα ποιο ένοχα κομμάτια, δεδομένου ότι είναι στην καλύτερη θέση ώστε να εγκρίνει τις δαπάνες, και πολλοί είναι πολύ ευτυχείς γιατί μπορούν να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια του πανεπιστημίου για να φτιάξουν τις δικές τους εικόνες. Μια πρόσφατη τέτοια περίπτωση είναι αυτή του Benjamin Ladner, του πρώην πρόεδρου του American University που βρίσκεται  στην Washington, DC. Λίγο μετά την άφιξή του στην πανεπιστημιούπολη το 1994 ο Ladner και η σύζυγός του, η οποία αυτόανακηρύχτηκε “πρώτη κυρία” του πανεπιστημίου, δήλωσαν ότι η επίσημη κατοικία του προέδρου ήταν ανεπαρκής και έτσι το πανεπιστήμιο έχτισε ένα πανάκριβό νέο σπίτι, το οποίο περιελάμβανε έναν καταρράκτη και  μια λιμνούλα, λίγα τετράγωνα μακριά από την πανεπιστημιούπολη. Αυτό είναι εφοδιασμένο  με ακριβά έπιπλα κλπ. Σε βάρος του πανεπιστημίου, ο Ladners απασχολεί έναν οδηγό, ένα μάγειρα, έναν social secretary, και πολλούς  άλλους σαν ιδιαίτερο προσωπικό. Φιλοξενούσαν εκδηλώσεις γκαλά στις οποίες καλούνταν προσωπικότητες της Ουάσιγκτον και ταξίδεψαν συχνά στο εξωτερικό χρεώνοντας γενικά τα πρώτης κατηγορίας εισιτήριά τους στο πανεπιστήμιο. (…) Ενώ ο Ladners αναμειγνύονταν με τον πλούτο και την δόξα με έξοδα του πανεπιστημίου, τα μέλη του προσωπικού έπρεπε να τα φέρουν βόλτα με τις μικρές αυξήσεις μισθών κάθε χρόνο και ενώ οι φοιτητές έπρεπε να βλέπουν τα δίδακτρά τους να αυξάνονται αισθητά.


Μετάφραση-επιμέλεια: Ζαχαρίας Φλουρής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου