Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Το νέο μοντέλο διακυβέρνησης των ΑΕΙ και η αποδόμηση του πανεπιστημίου ως δημόσιου και δημοκρατικά οργανωμένου θεσμού: εισήγηση σε εκδήλωση των φοιτητών του Πολυτεχνείου Κρήτης για το νέο νόμο

της Ελένης Φουρναράκη


Εισαγωγικά στη μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου: ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον

Όσα θα πω εδώ βασίζονται στην παραδοχή ότι ο «νόμος Διαμαντοπούλου» εν μέρει συνδέεται με τη συγκυρία της δημοσιονομικής κρίσης, του Μνημονίου, και της κρίσης ευρύτερα του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας, και εν μέρει -σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγα- αποτελεί έκφραση νεοφιλελεύθερων πολιτικών που αναπτύσσονται διεθνώς στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, παρά τις ιδιαιτερότητες που εντοπίζουμε στην ελληνική τους εκδοχή (τις οποίες επεσήμανε ο κ. Σταθάκης).

Αναφέρομαι στη λεγόμενη «παγκόσμια οικονομία της γνώσης», στην υπηρεσία της οποίας τίθενται ρητά οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις των πανεπιστημίων διεθνώς. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που μελετά επιστημονικά, δηλαδή κριτικά, αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Στην αντίληψη των ποικίλων κέντρων που προωθούν ή ενθαρρύνουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις (είτε πρόκειται για εθνικές κυβερνήσεις είτε για διεθνείς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα ή ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), η ανταγωνιστική ενσωμάτωση τόσο των αναπτυγμένων όσο και των αναπτυσσόμενων χωρών σε αυτή την «παγκόσμια οικονομία της γνώσης» προϋποθέτει μια γενικευμένη παραδοχή: ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποκτά έναν αυξανόμενο κρίσιμο ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Έναντι αυτού του οικονομικού ρόλου, ο τρέχων πολιτικός λόγος περί της μεταρρύθμισης των πανεπιστημίων, δίνει ολοένα και λιγότερη έμφαση στην ανώτατη εκπαίδευση ως δημόσιο δικαίωμα ή ως βασικό μέσο καλλιέργειας και χειραφέτησης των πολιτών. Αν η ανώτατη εκπαίδευση είναι κεντρικό διακύβευμα στο λόγο και τις πολιτικές της «παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης», τούτο συμβαίνει, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ένας ερευνητής, επειδή «η γνώση αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη», και συνεπώς, τα πανεπιστήμια «αποτελούν χώρους τόσο για την εξόρυξη όσο και τη διύλιση αυτού του πόρου».[1]


Η κριτική επιστημονική ανάλυση διαπιστώνει ότι στην παραπάνω λογική, και στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του κεφαλαίου σε παγκόσμιο επίπεδο, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε αυτή την «παγκόσμια οικονομία της γνώσης» περνά μέσα από προτεραιότητες που τις βλέπουμε να αποδίδονται ή να κρυσταλώνονται σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις: λόγου χάριν, την προτεραιότητα στην ταχύτητα με την οποία η νέα γνώση οφείλει να ενσωματώνεται στα προϊόντα ή να χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει εντελώς νέες βιομηχανίες και πεδία για καπιταλιστική εκμετάλλευση: «από την ιδέα στο τιμολόγιο» ή «από τις Ιδέες στην Αγορά» ήταν μερικά από τα σλόγκαν που λάνσαραν οι ιθύνοντες τέτοιων μεταρρυθμίσεων σε διάφορες χώρες.[2] Μια άλλη διάσταση αυτών των προτεραιοτήτων είναι η ανάπτυξη, μέσα από την ανώτατη εκπαίδευση, δεξιοτήτων που αντιστοιχούν σε μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η «οικονομία της γνώσης» σημαίνει μια μετατόπιση από τη βαριά κατασκευαστική βιομηχανία και τις ανάγκες της, προς την «δημιουργικότητα» των ανθρώπων που χρειάζονται οι νέες  καλλιτεχνικές βιομηχανίες της επικοινωνίας, της πληροφόρησης κλπ. Η «δημιουργικότητα» αυτή υποδηλώνει νέου τύπου δεξιότητες που θα πρέπει πλέον να διαθέτει η εργατική δύναμη υψηλού μορφωτικού επιπέδου προκειμένου να είναι ανταγωνιστική σε μια ευέλικτη, βάσει σχεδίων και οργανωμένη σε παγκόσμιο επίπεδο αγορά εργασίας: σε μια τέτοια αντίληψη της «οικονομίας της γνώσης», οι φοιτητές χρειάζονται λιγότερη γνώση βασισμένη σε αυστηρά πλαίσια μιας επιστημονικής πειθαρχίας –αφού η γνώση αυτή σε πολλά τεχνικά θέματα γρήγορα γίνεται παρωχημένη- και αντ’ αυτού να διαθέτουν «μαλακές και μεταβιβάσιμες δεξιότητες», όπως επικοινωνιακές ικανότητες ή η ικανότητα να δουλεύει κανείς σε ομάδες εργασίας· γενικά, αυτό που προέχει δεν είναι η γνώση καθεαυτή, αλλά ‘να μάθουν πώς να μαθαίνουν’, έτσι ώστε να είναι σε θέση γρήγορα και διαρκώς να αφομοιώνουν νέες γνώσεις κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής. Σε όλη αυτή τη λογική της «οικονομίας της γνώσης», εκτός από την έμφαση στην κατάρτιση και τις δεξιότητες έναντι της γνώσης, πιστεύω ότι ενυπάρχει μια δυναμική διάλυσης της ενότητας των αναγνωρισμένων επιστημονικών πεδίων. Μπορεί η θεσμική κατάργηση των Τμημάτων που αντιστοιχούν αυστηρά σε μια συμβατική επιστημονική πειθαρχία να είναι ελληνική «πατέντα», όπως πολύ σωστά είπε ο κ. Σταθάκης, αλλά όλη η παραπάνω λογική δεν αποκλείει από τον ορίζοντά της αυτή την «πατέντα»: η διάλυση των Τμημάτων μπορεί να ειδωθεί και ως μια πρακτική που τραβά τις παραπάνω στοχεύσεις της «οικονομίας της γνώσης» στις ακραίες τους συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση, η ευρύτατη διάχυση των παραπάνω αντιλήψεων στις στοχεύσεις των μεταρρυθμίσεων στα πανεπιστήμια, αναμφίβολα νομιμοποιεί τέτοιες ακραίες ενέργειες.

Μια άλλη σημαντική διάσταση της «παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης» είναι το παγκόσμιο εμπόριο μόρφωσης διεθνών φοιτητών, ένα ιδιαίτερα επικερδές εμπόριο. Εκτός από την προσέλκυση με δίδακτρα εύπορων ξένων φοιτητών στα πανεπιστήμια των ανεπτυγμένων χωρών, η ίδρυση, σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, ‘θυγατρικών’ «ρεπλίκα» πανεπιστημίων από εκείνα του κέντρου ή του ‘βορρά’, αποτελεί ακόμα πιο συμφέρουσα λύση, εφόσον η πρόσβαση σε αυτά γίνεται έτσι πιο προσιτή για ευρύτερες κατηγορίες εγχώριων φοιτητών. Ενίοτε, μάλιστα, η ίδρυση τέτοιων «ρεπλίκα» πανεπιστημίων αποφέρει σημαντική οικονομική ενίσχυση στο κεντρικό πανεπιστήμιο από τις κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων αυτών χωρών.[3] Στα ευρωπαϊκά πράγματα, αυξανόμενο ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του διεθνούς εμπορίου φοιτητικής «κινητικότητας» ήρθε να παίξει, όπως γνωρίζετε, η Διαδικασία της Μπολόνια, που κανονικοποίησε και τυποποίησε τους κύκλους σπουδών (το γνωστό σας «3+2+3») και εισήγαγε το σύστημα των πιστωτικών μονάδων, και στη συνέχεια, η Διαδικασία της Λισαβόνας, που δημιούργησε τον λεγόμενο «Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Ευρωπαϊκής Εκπαίδευσης», ο οποίος φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο άλλους τέτοιους περιφερειακούς ενιαίους χώρους ανώτατης εκπαίδευσης, όπως εκείνον των ΗΠΑ και της Αυστραλίας.

Τέλος, όλες αυτές οι νεοφιλελεύθερες προδιαγραφές για την ανταγωνιστικότητα στο περιβάλλον της «παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης» και για την εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας, συνδέονται στενά με παράλληλες ‘ατζέντες’ που αποσκοπούν στη ριζική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα. Όπως σημειώνεται σχετικά, «η συνταγή το ΟΟΣΑ για τη διακυβέρνηση του δημόσιου τομέα –συμπεριλαμβανομένων και των πανεπιστημίων- μιμείται τους τρόπους με τους οποίους μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες μετατράπηκαν σε ευέλικτους οργανισμούς». Σε αυτή τη λογική, οι υπουργοί πρέπει να σταματήσουν να διοικούν γραφειοκρατίες και, εξασφαλίζοντας την ύπαρξη ενός σταθερού μικρού πυρήνα ‘decision-makers’, να αρχίσουν να διευθύνουν μια πυραμίδα αυτόνομων οργανισμών παροχής υπηρεσιών που συνδέονται μεταξύ τους με μια αλυσίδα συμβολαίων από πάνω προς τα κάτω. Οι σχετικές μεταρρυθμίσεις, λοιπόν, προϋποθέτουν την αλλαγή του καθεστώτος των φορέων παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προσφέρουν υπηρεσίες υψηλής μόρφωσης (δηλ. των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων), έτσι ώστε αυτοί οι φορείς να μην είναι πλέον μέρος μιας εκτεταμένης κρατικής γραφειοκρατίας, αλλά να μετατρέπονται σε «αυτόνομους» και ευέλικτους παράγοντες, με τους οποίους το κράτος μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, μέσω των οποίων οι φορείς παροχής υπηρεσιών υπόκεινται σε ένα καθεστώς ελέγχου, μετρήσεων και λογοδοσίας για τις επιδόσεις τους.[4]

Οι παραπάνω εξελίξεις απαιτούν συστηματική διερεύνηση, συζήτηση και ανάλυση, που δεν είναι του παρόντος. Ενδεικτικά μόνο αναφέρθηκα σε αυτές, προκειμένου να τονίσω ότι κάθε απόπειρα κατανόησης των μεταρρυθμίσεων στα ΑΕΙ που προωθούνται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να συνεκτιμήσει σοβαρά αυτές τις εξελίξεις. Μερικές πιο συγκεκριμένες αναφορές στις εκπαιδευτικές πολιτικές που αναπτύσσονται διεθνώς, μας βοηθούν να αναδείξουμε ορισμένα στοιχεία, υπαρκτά και υποτιθέμενα, του νόμου, αλλά και της ρητορείας που τον συνοδεύει.


Όταν ο νέος νόμος ευαγγελίζεται τη «μείωση του κρατικού ελέγχου» και την επαύξηση της «αυτοτέλειας» των ΑΕΙ…

Η «μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου» συνιστά, λοιπόν, αφενός συνέχεια ανάλογων προσπαθειών προηγούμενων κυβερνήσεων και, αφετέρου, μεταφέρει στα καθ’ ημάς, με πολύ πιο ακραίο τρόπο (όπως ήδη επισημάνθηκε από τον κ. Σταθάκη), νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο χώρο των πανεπιστημίων, των οποίων οι συνέπειες έχουν αρχίσει να αναλύονται επιστημονικά και να αμφισβητούνται.

Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, οι πολιτικές αυτές, παρά τις διαφορές τους, κατατείνουν στην πλήρη απελευθέρωση της αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο, μέσα από μια διπλή στρατηγική σε εθνικό επίπεδο: τη διαρκή συρρίκνωση της κρατικής συμμετοχής στις εκπαιδευτικές δαπάνες αφενός, και αφετέρου το θεσμικό περιορισμό ή/και την εξουδετέρωση στην πράξη σειράς ακαδημαϊκών ελευθεριών, λειτουργιών και δομών που, ιστορικά, είχαν μέχρι πρόσφατα εγγυηθεί την ετερογένεια του πανεπιστημιακού θεσμού από τη σφαίρα της αγοράς. Είχαν εγγυηθεί, δηλαδή, ότι το πανεπιστήμιο, παρά τη σχέση του με την οικονομία και την παραγωγή που ασφαλώς πάντα υπήρχε, ιστορικά συνιστούσε διακριτό πεδίο από εκείνο της αγοράς, δεν ρυθμιζόταν από την αγορά, και, προφανώς, δεν λειτουργούσε με όρους αγοράς.

Όπως ήδη διαφάνηκε, αυτή η ιστορική συνθήκη, τις τελευταίες δεκαετίες, υποσκάπτεται πολλαπλά: άτυπα και εκ των έσω, μέσα από τη διείσδυση αγοραίων κριτηρίων, πρακτικών και συμφερόντων στο έργο των πανεπιστημίων, αλλά και ως αποτέλεσμα θεσμικών παρεμβάσεων του κράτους, το οποίο, παρά την αντίθετη ρητορεία, παίζει κρίσιμο ρόλο στην περιστολή των ακαδημαϊκών ελευθεριών και τη συνακόλουθη επαύξηση του ελέγχου της κεντρικής εξουσίας..

Αυτός ο κρατικός έλεγχος μπορεί να εκδηλώνεται με διαφορετικούς, ακόμα και αντιθετικούς, τρόπους: είτε με άμεσο και ασφυκτικά ρυθμιστικό τρόπο, όπως έκανε ο νόμος Γιαννάκου, είτε μέσα από έναν νόμο-πλαίσιο σχετικά λιτό, γενικόλογο και ενίοτε ‘χαλαρό’ (ή ασαφή), αλλά ακραία περιοριστικό ως προς τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και την ισχύουσα τυπική δημοκρατική δομή του πανεπιστημίου. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του «νόμου Διαμαντοπούλου», που υποτίθεται ότι επαυξάνει την «ελευθερία» των πανεπιστημίων να ρυθμίζουν τα του οίκου τους.

Σε τι συνίσταται αυτή η «ελευθερία» στο πλαίσιο του νέου νόμου; Στο γεγονός ότι ο νόμος αυτός χειρίζεται το πανεπιστήμιο ως «ελεύθερο» πεδίο ανάπτυξης αντιτιθέμενων ιδιωτικών συμφερόντων, δηλαδή ως ‘αγορά’. Αποφεύγοντας να εγγυηθεί πλήρως βασικά πράγματα, όπως την κρατική χρηματοδότηση σε όλες τις πτυχές του ακαδημαϊκού έργου, την ανεξαρτησία της έρευνας από την αγορά, την καθαρώς ακαδημαϊκή φύση των σπουδών και των πτυχίων ή ζητήματα που συνδέονται με εργασιακά δικαιώματα, αφήνει αυτά τα ζητήματα να ρυθμιστούν εσωτερικά, από τους συσχετισμούς δύναμης μέσα στα ίδια τα πανεπιστήμια. Συγχρόνως, εξαντλεί την κανονιστική του ισχύ στο πλέον κρίσιμο πεδίο: στην κατανομή της εξουσίας μέσα στο πανεπιστήμιο, δηλ. στο μοντέλο διακυβέρνησης, επιβάλλοντας ένα νέο, ακραία συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης των πανεπιστημίων, το οποίο ταιριάζει περισσότερο σε επιχειρηματικό οργανισμό παρά σε εκπαιδευτικό ίδρυμα. Ο στόχος είναι, άλλωστε, να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία στην απορρόφηση  ιδιωτικών πόρων.

Οι νεοφιλελεύθερες αυτές πολιτικές, τόσο στην Ελλάδα όσο και αλλού, συνοδεύονται από εξίσου αντιθετικές επικοινωνιακές στρατηγικές. Άλλοτε παρουσιάζουν την προάσπιση των ακαδημαϊκών ελευθεριών ως παρωχημένη έκφραση «συντεχνιασμού» που ανθίσταται στην «πρόοδο», και άλλοτε επικαλούνται αυτές τις ελευθερίες, διαστρέφοντας πλήρως το νόημά τους. Εδώ, η επίκληση της «αυτοτέλειας» του πανεπιστημίου δεν περιγράφει την ουσιαστική αυτονομία διοίκησης και διαχείρισης των κρατικών πόρων από τα ανώτατα ιδρύματα, αλλά την απόσυρση του κράτους από την ευθύνη της χρηματοδότησης των ιδρυμάτων, την υπό όρους και προϋποθέσεις χρηματοδότησή τους. Αυτό ακριβώς θεσμοθετεί ο νέος νόμος πολύ πιο συστηματικά και ποικιλότροπα (από ό,τι ο «νόμος Γιαννάκου»). Αρκεί να επισημανθεί ότι τα δίδακτρα προβλέπονται ρητά στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, στα δια βίου μάθησης και σε προγράμματα κατάρτισης (η προσφορά των τελευταίων προβλέπεται μέσω της νέας ανώνυμης εταιρείας που διαχειρίζεται τόσο την περιουσία του πανεπιστημίου όσο και τη διαχείριση των κονδυλίων της έρευνας). Στο γενικό πνεύμα του νόμου, τα ανώτατα ιδρύματα, προσομοιωμένα με επιχειρηματικούς οργανισμούς, καλούνται να αποδεικνύουν την αξία τους για να χρηματοδοτηθούν από το δημόσιο, βάσει κριτηρίων -όπως απορροφητικότητα αποφοίτων, μετρήσιμα αποτελέσματα των προγραμμάτων σπουδών κ.ά.-, που εκβάλλουν ποικιλοτρόπως στην αγορά εργασίας και ελέγχονται από ‘ανεξάρτητες’ και συχνά εξωακαδημαϊκές αρχές «Αξιολόγησης». Διεθνώς, έχει καταδειχθεί πλέον η διαλυτική εμπειρία από την εφαρμογή αμφίβολης επιστημονικής εγκυρότητας και λειτουργικότητας μηχανισμών «εξωτερικής αξιολόγησης», όταν αυτοί συνδέονται με τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και τείνουν επιπλέον, όπως στη λογική του «νόμου Διαμαντοπούλου», να υποκαταστήσουν τις υφιστάμενες ακαδημαϊκές δομές αποτίμησης και συλλογικού ελέγχου του έργου που παράγουν τα πανεπιστήμια. 

Έτσι, καθίσταται εμφανές πώς αναμφισβήτητες αξίες, όπως η «αυτοτέλεια», η «σύνδεση με την οικονομία» ή η «κοινωνική λογοδοσία» αποκτούν εντελώς άλλο περιεχόμενο στον λόγο και τις πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού. Συγχρόνως, αναδεικνύεται γιατί καθίσταται τόσο κρίσιμη επικοινωνιακά, η απονομιμοποίηση του δημόσιου πανεπιστημίου και των λειτουργών του, απονομιμοποίηση που η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Παιδείας ανήγαγε σε κορυφαίο στοιχείο της πολιτικής της.

… εκβάλλει στην αποδόμηση του πανεπιστημίου ως δημόσιου και δημοκρατικού θεσμού

Πράγματι, η ηγεσία του Υπουργείου, όχι μόνο αγνόησε προκλητικά τις απόψεις και προτάσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας και των θεσμικών της οργάνων, αλλά εξάντλησε όλη την επινοητικότητά της στο να υποσκάψει στην κοινή γνώμη αυτές τις απόψεις, ως εκ προοιμίου αναξιόπιστες.

Εξαπολύοντας, με τη βοήθεια μεγάλης μερίδας των ΜΜΕ, μια πρωτοφανή συκοφαντική δυσφήμιση του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελλάδα, παρουσιάζοντάς το ως επιστημονικά ανεπαρκές, ερευνητικά καθυστερημένο και εσωστρεφές και, κυρίως, ως αδιαφανές άντρο «κομματοκρατίας», «συναλλαγής» και «διαφθοράς», εμφάνισε συλλήβδην τους λειτουργούς του ως ιδιοτελή και βολεμένη συντεχνία, που υπερασπίζεται κατεστημένα προνόμια, απειλείται από το άνοιγμα των πανεπιστημίων στην «κοινωνική λογοδοσία» και ανθίσταται σε κάθε αλλαγή. Έτσι, όμως, και ακριβώς λόγω του γενικευτικού χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, κάθε αντίλογος, κάθε κριτικός λόγος της ακαδημαϊκής κοινότητας απέναντι στις κυβερνητικές επιλογές, έχει εκ των προτέρων υπονομευθεί ως εξίσου ιδιοτελής. Όπως έχει υπονομευθεί και κάθε ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για την αποσαφήνιση των προβλημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων.

Ωστόσο, αυτή η ισοπεδωτική απαξιωτική εικόνα των πανεπιστημιακών, ουδέποτε συνοδεύεται από κριτική στις δυσμενείς συνθήκες υπό τις οποίες παράγουν το έργο τους τα ελληνικά πανεπιστήμια: συνθήκες συνεχούς υποχρηματοδότησης από σειρά κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια, που συσσώρευσαν σωρεία ελλείψεων -ιδιαίτερα σε υποδομές, διδακτικό προσωπικό και στην ερευνητική δραστηριότητα- και που, στην παρούσα συγκυρία, έχουν πλέον οδηγήσει τα πανεπιστήμια σε οικονομική ασφυξία. Η νέα ακαδημαϊκή χρονιά ξεκινά με τους πλέον δυσοίωνους όρους: το πάγωμα των διορισμών και οι απανωτές δραστικές περικοπές στην απασχόληση συμβασιούχων διδασκόντων καθιστούν αμφίβολη τη δυνατότητα να καλυφθούν τα προγράμματα σπουδών.

Γιατί, άραγε, αντί να αναδειχθούν στην κοινή γνώμη τα μείζονα αυτά προβλήματα στη λειτουργία των ελληνικών πανεπιστημίων, διογκώνεται και γενικεύεται αβασάνιστα η «διαφθορά» και η «αντιπαραγωγικότητα» ως το κύριο γνώρισμα του δημόσιου πανεπιστημίου και των λειτουργών του;

Διότι, αυτό επιτρέπει την πλήρη μετακύληση των ευθυνών: συσκοτίζοντας τη σταδιακή υποχώρηση της πολιτείας από τις υποχρεώσεις της απέναντι στην παιδεία ως δημόσιο αγαθό, και τις τεράστιες κοινωνικές συνέπειες αυτής της υποχώρησης, μετατοπίζει το πρόβλημα σε μια προαποφασισμένη ‘νοσηρότητα’ του πανεπιστημίου ως δημόσιου θεσμού, και συνακόλουθα στη μειωμένη αξιοπιστία των ‘προνομιούχων’ υπαλλήλων του· ιδιαίτερα των πανεπιστημιακών δασκάλων. Έτσι, ο αγώνας των τελευταίων εμφανίζεται να υπηρετεί μερικά συμφέροντα και όχι καθολικά δικαιώματα που αφορούν ολόκληρη την κοινωνία.

Με αυτές τις επικοινωνιακές στρατηγικές, επιχειρήθηκε να απονομιμοποιηθεί –και στην πράξη ακυρώθηκε- ο ρόλος της ακαδημαϊκής κοινότητας ως άξιου και ισότιμου συνομιλητή της πολιτείας στο εγχείρημα μεταρρύθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μα στην καρδιά της φιλοσοφίας του νομοθετικού αυτού εγχειρήματος, από την οποία το υπουργείο εύλογα δήλωνε κατηγορηματικά αμετακίνητο, λανθάνει το αξίωμα ότι η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν είναι σε θέση να αυτοκυβερνηθεί. Συνεπώς, ούτε να εγγυηθεί την επωφελή για την κοινωνία λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης.

Έτσι, πάνω από όλα, με τον νόμο επιχειρείται να ανατραπεί η μακρά παράδοση αυτοδιοίκησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο χαρακτηρισμός τους ως «πλήρως αυτοδιοικούμενων» προσβάλει την κοινή λογική, όταν ο νομοθέτης ξηλώνει μια-μια τις ισχύουσες συνθήκες της πλήρους αυτοδιοίκησης:
Α. Ο ρόλος της Συγκλήτου, του ανώτατου αντιπροσωπευτικού και αποφασιστικού οργάνου διακυβέρνησης, εκείνου που συγκέντρωνε στους κόλπους του ως ισότιμα μέλη όλους τους αιρετούς αξιωματούχους (προέδρους Τμημάτων, κοσμήτορες, πρύτανη και αντιπρυτάνεις), τους εκπροσώπους των φοιτητών, των διδασκόντων ανά Σχολή και άλλες κατηγορίες εργαζομένων στο πανεπιστήμιο, μεταφέρεται σε ένα νέο θεσμό: στο εξής, το κέντρο λήψης των αποφάσεων για όλα τα ζητήματα, διοικητικά και ακαδημαϊκά, μεταφέρεται στο σχεδόν παντοδύναμο και ουσιαστικά ανεξέλεγκτο 15μελές Συμβούλιο του Ιδρύματος. Σε προφανή αντίφαση προς τη συνταγματική επιταγή του αυτοδιοίκητου, στο Συμβούλιο μετέχουν και εξωπανεπιστημιακοί παράγοντες, οι οποίοι επιλέγονται από τα πανεπιστημιακά μέλη του Συμβουλίου. Συγχρόνως, η Σύγκλητος συρρικνώνεται και αλλάζει σύνθεση. Αν και με τροπολογία της τελευταίας στιγμής αποκτά κάποιες αποφασιστικές αρμοδιότητες σε αμιγώς εκπαιδευτικά και ερευνητικά θέματα, κατά τα άλλα λειτουργεί απλώς ως γνωμοδοτικό όργανο, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξισορροπεί την εξουσία του Συμβουλίου.
Β. Το συλλογικό όργανο του Πρυτανικού Συμβουλίου (πρύτανης και 3 αντιπρυτάνεις) -η εκτελεστική εξουσία του ιδρύματος, θα λέγαμε- καταργείται. Στη θέση του, το μονοπρόσωπο όργανο του «Πρύτανη», αν και αιρετό κατόπιν της σχετικής τροπολογίας, εντούτοις δεν θα εκλέγεται από το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά μόνο από τους διδάσκοντες, βάσει προεπιλεγμένης από το Συμβούλιο λίστας υποψηφίων, η οποία θα προκύπτει μετά από προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού. Συνεπώς, το αξίωμα του Πρύτανη εξακολουθεί να υπολείπεται της ευρείας νομιμοποίησης που είχε και υποβιβάζεται έναντι της εξουσίας του Συμβουλίου. 
Γ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ανατρέπεται η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η πυραμίδα των οργάνων αυτοδιοίκησης, η Γενική Συνέλευση των Τμημάτων, το βασικό ακαδημαϊκό κύτταρο δημοκρατίας και αποκέντρωσης. Είναι το όργανο, όπου όλα τα μέλη ΔΕΠ συναποφασίζουν ισότιμα, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα τους, και αυτόνομα, δηλαδή χωρίς παρεμβάσεις από άλλα όργανα εκτός Τμήματος, για όλα τα θέματα που αφορούν στο διδακτικό και ερευνητικό έργο του Τμήματος και του επιστημονικού κλάδου τον οποίο αυτό υπηρετεί, συμπεριλαμβανομένης, βεβαίως, της συγκρότησης εκλεκτορικών σωμάτων. Είναι το όργανο, όπου για τα θέματα σπουδών συμμετέχουν εξίσου ισότιμα και οι εκπρόσωποι των φοιτητών, και το οποίο ουσιαστικά κυβερνά το Τμήμα και το εκπροσωπεί απέναντι στο πανεπιστήμιο, κυρίως μέσω του Προέδρου του Τμήματος, αξίωμα επίσης αιρετό με καθολική και μυστική ψηφοφορία όλης της κοινότητας του Τμήματος. Στο νέο νόμο, το Τμήμα μεταλλάσσεται σε «πρόγραμμα σπουδών» και η συνέλευση του Τμήματος αποψιλώνεται από όλες τις παραπάνω αποφασιστικές ακαδημαϊκές αρμοδιότητες, πλην της εκλογής ενός «διευθυντή», που έχει την ευθύνη για την εφαρμογή του προγράμματος σπουδών. Όλες οι σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το Τμήμα και την ανάπτυξή του, όπως ο σχεδιασμός του διδακτικού και ερευνητικού έργου και η εκλογή και εξέλιξη των διδασκόντων, μεταφέρονται στη Σχολή, το γιγαντιαίο μόρφωμα που θα αποτελεί πλέον τη βασική ακαδημαϊκή και διοικητική μονάδα, και που αναπόφευκτα διακρίνεται από ισχυρό συγκεντρωτισμό. Στο νόμο όμως, η Σχολή διακρίνεται και από τις υπερεξουσίες του κοσμήτορα, ένα αξίωμα που όμως δεν θα προκύπτει από πάνδημη εκλογή: επιλέγεται από- και υπόκειται στο Συμβούλιο του Ιδρύματος. Αν σε αυτά τα δεδομένα προστεθεί και η μεγάλη ανατροπή, και παγκόσμια πρωτοτυπία του νόμου, ότι τα Τμήματα δεν προσφέρουν πια μεταπτυχιακές σπουδές και διδακτορικά (αυτά μεταφέρονται σε ειδικές σχολές), και ότι αποξενώνονται από τη νέα γνώση και την έρευνα στην επιστήμη που υπηρετούν, αντιλαμβάνεται κανείς ότι το Τμήμα δεν υφίσταται πλέον ως ακαδημαϊκή και επιστημονική οντότητα και ως θεμέλιο της αυτοδιοίκησης και της δημοκρατίας στο πανεπιστήμιο. Η αναφορά του νόμου στο Τμήμα ως «βασική εκπαιδευτική μονάδα» είναι γράμμα κενό, και είναι προκλητικό να εμφανίζεται ως υποχώρηση του υπουργείου στις θέσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Τόσο το γενικό πνεύμα όσο και πλήθος επιμέρους διατάξεων του νέου νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν καταστρατηγούν μόνο τη συνταγματική επιταγή της πλήρους αυτοδιοίκησης των πανεπιστημίων. Εισάγουν ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, ακραία συγκεντρωτικό, το οποίο, επιπλέον, προεξοφλώντας την αντικειμενικότητα και την αριστεία των εκτός ακαδημαϊκού χώρου διαπρεπών παραγόντων της ‘κοινωνίας’, των διδασκόντων σε ξένα πανεπιστήμια και των πρωτοβάθμιων καθηγητών, κατασκευάζει ένα πλέγμα εξουσιών που στερούνται δημοκρατικής νομιμοποίησης και συλλογικού ελέγχου, και κατατείνουν στην ολιγαρχία.

Με άλλα λόγια, ένα διαφορετικό πολίτευμα από εκείνο της χώρας μας εισάγεται στο πανεπιστήμιο, στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», της «κοινωνικής λογοδοσίας», της «αριστείας» και, βεβαίως, της κάθαρσης από την παθογένεια της «κομματοκρατίας», της «διαφθοράς» και της «συναλλαγής», όπως αξιωματικά παρουσιάζεται η σημερινή δημοκρατία των πανεπιστημιακών θεσμών.

Το ζήτημα δεν είναι σε ποια έκταση υπάρχουν τέτοιες παθογένειες στο ελληνικό πανεπιστήμιο (όπως και αλλού, άλλωστε). Το ζήτημα είναι ο ολισθηρός και επικίνδυνος δρόμος που ανοίγει για την κοινωνία μας η λογική της «κάθαρσης» από τη «συναλλαγή», μέσα από την περιστολή της δημοκρατίας και το πνεύμα του αντικοινοβουλευτισμού. Πόσο απέχει, άραγε, η επιβολή αυτού του νέου μοντέλου διοίκησης στο πανεπιστήμιο από μια δυναμική συγκρότησης –κατά τη διατύπωση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά– «κατά πολιτικήν ανάθεσιν», μιας κυβέρνησης εξωκοινοβουλευτικών «ειδημόνων» που θα προέρχονται από την «κοινωνία»;[5] Όπως, άλλωστε, έχει επανειλημμένα επισημανθεί, είναι ακριβώς τα αυταρχικά και ολιγαρχικά συστήματα, που, λιγότερο εκτεθειμένα στον συλλογικό έλεγχο, εκτρέφουν την αδιαφάνεια, την αυθαιρεσία και τις πελατειακές σχέσεις. Και τα οποία, εν προκειμένω, καθιστούν τα πανεπιστήμια πολύ πιο ευάλωτα στον έλεγχο από την κεντρική πολιτική εξουσία.

Στην ιστορική απόφαση που πήρε το κοινοβούλιο την 24η Αυγούστου 2011 για το θεσμικό πλαίσιο των πανεπιστημίων, το επίδικο ζήτημα, κι αυτό που πάνω από όλα ηττήθηκε, ήταν εκείνο της δημοκρατίας. Αλλά, αν ετίθετο με αυτούς τους όρους το ζήτημα, θα έμοιαζε αδιανόητο να ψηφιστεί αυτός ο νόμος. Η αναντιστοιχία του νέου μοντέλου διακυβέρνησης του πανεπιστημίου με το πνεύμα και τη νομική τάξη του πολιτεύματος της χώρας είναι τόσο μεγάλη, ώστε ήταν αδύνατον αυτό το μοντέλο να νομιμοποιηθεί ως τέτοιο, γι αυτό, δηλαδή, που πραγματικά είναι. Έτσι, εμφανίστηκε ως εξυγίανση των στρεβλώσεων της δημοκρατίας, στους κόλπους μιας αποκομμένης και ανεξέλεγκτης από την κοινωνία ‘κάστας’, που είναι, γενικώς, «οι πανεπιστημιακοί». Μήπως, η απαξίωση συνολικά αυτής της επαγγελματικής ομάδας ήταν, σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος δρόμος που είχε η κυβέρνηση για να προσδώσει ιδεολογική νομιμοποίηση σε ένα νομοθέτημα που είχε χαρακτηριστικά συνταγματικής εκτροπής;       

Το κύριο ερώτημα, όμως, παραμένει: Γιατί η μεταρρύθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου έπρεπε να περάσει μέσα από την κατάργηση της δημοκρατικής δομής στη διοίκηση και λειτουργία του; Διότι, στη λογική της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που, προωθεί αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις, αυτή η δημοκρατική δομή, συμβατή με την πολυφωνία αλλά και την ενότητα της επιστήμης, θέτει εμπόδια στην πλήρη υπαγωγή της γνώσης και της έρευνας στις ανάγκες της αγοράς. Θέτει εμπόδια, εν τέλει, στην πλήρη προσομοίωση του ίδιου του δημόσιου πανεπιστημίου με επιχειρηματικό οργανισμό, που διοικείται αυταρχικά από σοφούς ‘ειδήμονες’, χωρίς την ανάγκη δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Χανιά, 28 Σεπτεμβρίου 2011.


[1] Slaughter, Sheila και Gary Rhoades, Academic capitalism and the new economy. Markets, state, and higher education, Baltimore, The Johns Hopkins University Press, 2004, σ. 17. Πρβλ. Wright, Susan και Annika Rabo, “Intorduction”, στο ειδικό αφιέρωμα “Anthropologies of University Reform”, Social Anthrpology / Anthropologie Sociale 18/1 (2010), σ. 2.
[2] Wright, Susan και Annika Rabo, ό.π., σ. 2.
[3] Για παράδειγμα, όταν το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης αποφάσισε να ιδρύσει στο Abu Dhabi ένα τέτοιο ‘θυγατρικό’ πανεπιστήμιο, έλαβε δώρο 50 εκατομμύρια δολάρια από την κυβέρνηση του Abu Dhabi: στο ίδιο, σ. 3.
[4] Στο ίδιο, σ. 4-5.
[5] Βλ. Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Τα αδιέξοδα της μεταρρύθμισης», Το Βήμα, 27-7-2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου