πηγή: Κόκκινη Γωνιά
του Χ. Μ.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια, ετεροχρονισμένη ομολογώ, προσπάθεια εξαγωγής βασικών συμπερασμάτων από το φοιτητικό κίνημα του Σεπτεμβρίου του 2011, με τη ματιά ενός εργαζόμενου. Είναι προϊόν συζήτησης με συντρόφους και συναγωνιστές φοιτητές, που με βοήθησαν να κατασταλάξω σε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα γύρω από τα τεκταινόμενα στις καταλήψεις των σχολών. Κυρίως προέρχεται από την ανάγκη να ανοίξει τη συζήτηση γύρω από τη σύνδεση του φοιτητικού και του εργατικού κινήματος, τώρα που μέσα στα πανεπιστήμια, έστω και από μάχες οπισθοφυλακής, όπως είναι ο αγώνας για την ακύρωση των εκλογών, διαφαίνεται μια νέα κινητικότητα. Το κείμενο διατίθεται ελεύθερα προς δημοσίευση.
του Χ. Μ.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια, ετεροχρονισμένη ομολογώ, προσπάθεια εξαγωγής βασικών συμπερασμάτων από το φοιτητικό κίνημα του Σεπτεμβρίου του 2011, με τη ματιά ενός εργαζόμενου. Είναι προϊόν συζήτησης με συντρόφους και συναγωνιστές φοιτητές, που με βοήθησαν να κατασταλάξω σε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα γύρω από τα τεκταινόμενα στις καταλήψεις των σχολών. Κυρίως προέρχεται από την ανάγκη να ανοίξει τη συζήτηση γύρω από τη σύνδεση του φοιτητικού και του εργατικού κινήματος, τώρα που μέσα στα πανεπιστήμια, έστω και από μάχες οπισθοφυλακής, όπως είναι ο αγώνας για την ακύρωση των εκλογών, διαφαίνεται μια νέα κινητικότητα. Το κείμενο διατίθεται ελεύθερα προς δημοσίευση.
Το Σεπτέμβρη, αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς, τα Πανεπιστήμια, κατά κύριο λόγο, αλλά και τα ΤΕΙ της χώρας, γνώρισαν μια πρωτόγνωρη κινηματική έκρηξη. Μέσα σε ελάχιστες μέρες, γεγονός πρωτοφανές για το σύγχρονο φοιτητικό κίνημα, τουλάχιστον 300 τμήματα σε όλη την Ελλάδα βρισκότανε σε κατάληψη. Για να συγκρίνουμε τα μεγέθη, το 2006 χρειάστηκαν τουλάχιστον 3 εβδομάδες για να μεταδοθεί ο "πυρετός" των καταλήψεων σε αντίστοιχο αριθμό τμημάτων. Τουλάχιστον τα μισά από αυτά τα τμήματα πραγματοποίησαν πολύ μεγάλες γενικές συνελεύσεις, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών στήριζε τα αγωνιστικά πλαίσια.
Οι φοιτητές φαινόταν να παίρνουν στα χέρια τους τον επόμενο γύρο της κοινωνικής αναμέτρησης με την τότε κυβέρνηση του ΠαΣοΚ, με σοβαρές αξιώσεις να βρει η κοινωνία ένα μαζικό, αγωνιστικό ρεύμα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια γενικευμένη κοινωνική έκρηξη: τη νεολαία. Αφορμή οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις στη παιδεία και ο νόμος της Διαμαντοπούλου. Πραγματική αιτία, όμως, η γενικευμένη στις μέρες μας κοινωνική δυσαρέσκεια και αγανάκτηση, η κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση της πλειοψηφίας και πιο συγκεκριμένα η καταστροφή της αξίας της εργατικής δύναμης και η βίαιη προλεταριοποίηση των αποφοίτων των σχολών, ή καλύτερα της συντριπτικής πλειοψηφίας τους. Αυτό που, απλά,αντιλαμβάνεται ο κάθε φοιτητής, πως δεν υπάρχει μέλλον.
Η ελπιδοφόρα αυτή φοιτητική άνοιξη, όμως, δεν άνθισε ποτέ. Σε αυτή τη περίπτωση, μάλιστα, δεν είχαμε να κάνουμε με κάποια αντιδημοκρατική συνδικαλιστική γραφειοκρατία που έβαζε φρένο στις διαθέσεις του κόσμου, απαγορεύοντας τις κινητοποιήσεις. Αντιθέτως το γήπεδο που έχει χτιστεί -με κόπο- τα τελευταία 20 χρόνια στα πανεπιστήμια, των γενικών συνελεύσεων και των συντονιστικών επιτροπών αγώνα, δύσκολα θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειες του κράτους, συνεπικουρούμενου πολλές φορές κεντρικά ή περιφερειακά και από αριστερές δυνάμεις, να στήσει στα πόδια της τη ΓΣΕΕ των φοιτητών (ΕΦΕΕ) ή τα κατά τόπους δευτεροβάθμια όργανα (πχ. ΦΕΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη, ΦΕΠΑΠ στη Πάτρα κ.α.), οι γενικές συνελεύσεις είχαν ξεκάθαρα το πάνω χέρι, σε αυτή την αναμέτρηση.
Τι έφταιξε, λοιπόν, και μόλις ένα μήνα μετά τη γέννηση του το πρώτο φοιτητικό κίνημα της κρίσης δεν μπόρεσε ούτε κάν να μπουσουλήσει τα πρώτα του βήματα, κλείνοντας τις καταλήψεις τόσο σύντομα και άδοξα; Και κυρίως γιατί μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν έχει ουσιαστικά καταφέρει, ακόμη, να σηκώσει κεφάλι;


