Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Κριτική προσέγγιση του έργου του Μπακούνιν “Η Παρισινή κομμούνα και η ιδέα του κράτους”

Η Παρισινή Κομμούνα και η ιδέα του Κράτους
“It is very difficult for Marxist-Leninists to make an objective criticism of Anarchism, as such, because by its nature it undermines all the suppositions basic to Marxism. If Marxism is held out to be indeed *the* basic working class philosophy, and the proletariat cannot owe its emancipation to anyone but itself, it is hard to go back on it and say that the working class is not yet ready to dispense with authority placed over it. Marxism therefore normally tries to refrain from criticising anarchism as such — unless driven to doing so, when it exposes its own authoritarianism . . and concentrates its attacks not on *anarchism*, but on *anarchists*. . . Because of the lack of any other criticism of the Anarchists, the Leninists – especially the Trotskyists — to this day use the *personal criticism* method.”
[_Anarchism: Arguments for and Against_, pp. 37-8]


Ο συγγραφέας του έργου Μ. Μπακούνιν αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αναρχικής θεωρίας και συγκεκριμένα εκπρόσωπο της αντίληψης του αναρχικού κολεκτιβισμού, που αναπτύσσεται και στο έργο το οποίο μελετούμε. Σκοπός μας να παραστήσουμε καθαρά την αντίληψη του Μπακούνιν σχετικά με τη διαδικασία άρνησης της κεφαλαιοκρατίας-κρατισμού, να περιγράψουμε τη μέθοδό του και να διερευνήσουμε τις φιλοσοφικές αντιλήψεις από τις οποίες πηγάζει. Παράλληλα θα προβούμε σε κριτική εξέταση των απόψεων του και αντιπαραβολή τους με τις απόψεις του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ


ΚΡΑΤΟΣ- ΕΚΚΛΗΣΙΑ- ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
Το κράτος σύμφωνα με το συγγραφέα προέκυψε από τη φιλοδοξία μερικών ατόμων τα οποία καθιέρωσαν την εκμετάλλευση και την υποδούλωση σαν κυριαρχικό κανόνα με την πράξη τους αυτή. Η ίδρυση του κράτους ήρθε ωστόσο, σαν ειλικρινής πίστη ότι το κράτος μπορεί να αντιπροσωπεύσει το κοινό καλό και στη σοφία της πολιτικής τέχνης και του κράτους, σαν συντελεστή της ικανοποίησης του συνόλου και της κοινωνίας. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι αρχικά οι ίδιοι οι ιδρυτές των κρατών δεν είχαν αντιληφθεί την εκμεταλλευτική του φύση και ότι απλά επέτρεψαν να εφαρμοστεί κάτι που επιθυμούσαν και δεν ήταν αντίθετο με τα συμφέροντά τους.
Ωστόσο το κράτος από τη φύση του είναι ειδικά περιορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνει έναν η μερικούς λαούς ενώ εξαιρεί άλλους, εκτός αν το ίδιο είναι παγκόσμιο, πράγμα που δεν συμβαίνει στη σημερινή κατάσταση. Έτσι προκαλείται αυτόματα μια κατάσταση διαρκούς ζήλιας, ανταγωνισμών, πολέμων μεταξύ των λαών. Συνεπώς στη φύση του κράτους είναι η καταστροφή της αλληλεγγύης της ανθρώπινης φυλής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, αν το κράτος θέλει να διατηρηθεί, να πρέπει υποχρεωτικά να γίνει πανίσχυρο και στις διεθνείς αλλά και στις εσωτερικές υποθέσεις. Μπορεί να ζήσει μόνο αν θέσει τον εαυτό του σαν υπέρτατο στοιχείο ζωής των υπηκόων του, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη ηθική που ονομάζεται πατριωτισμός. Εξαιτίας του ότι χρειάζεται να προσαρμόζεται συνεχώς στις εκάστοτε συνθήκες αλλάζει συνεχώς το περιεχόμενο της πατριωτικής ηθικής που επιβάλλει στους υπηκόους του, διασπώντας έτσι την παγκόσμια ανθρώπινη αλληλεγγύη. Προκύπτει συνεπώς ότι το κράτος από τον ίδιο του το χαρακτήρα έχει τάσεις για απόλυτη εξουσία προσπαθεί να γίνει συνεπώς το απόλυτο παγκόσμιο κράτος ώστε να διασφαλίσει την ύπαρξή του.
Από την άλλη το κράτος προέκυψε σαν αφαίρεση που εκπροσωπεί τη λαϊκή θέληση και το κοινό καλό και η οποία στη συνέχεια επιβάλλεται πάνω στους ανθρώπους με σκοπό τη διεύθυνσή τους βάση του γενικού αυτού καλού. Για την επιβολή αυτή απαραίτητη είναι μια τάξη που θα ασχολείται με την επιβολή της αφαίρεσης. Στην κεφαλαιοκρατία αυτή η τάξη σχηματίζεται από την κυβερνητική τάξη. Η κυβερνητική αυτή τάξη αποτελεί μια μειοψηφία από τη φύση του κράτους. Ωστόσο ποτέ μια μειοψηφία δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί το σύνολο των αναγκών αλλά και των επιθυμιών των υπηκόων της οπότε θα υπάρχουν πάντοτε κάποιοι που θυσιάστηκαν. Συνεπώς αφού η αφαίρεση του κράτους δεν ταυτίζεται με τα συμφέροντα και τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου η κυβέρνηση και η κρατική εξουσία τοποθετούνται αναγκαστικά έξω και πάνω από τους ανθρώπους. Συνεπώς το κράτος σημαίνει υποταγή των μαζών. Μετά τη δημιουργία τους τόσο το κράτος όσο και η εκκλησία που θα εξετάσουμε παρακάτω συντέλεσαν στην αναπαραγωγή τους  μέσω της νομιμοποίησής τους στις συνειδήσεις του λαού. Ωστόσο η εξουσία διαφθείρει αυτούς που την εφαρμόζουν αλλά και αυτούς που τη δέχονται. Η υποταγή των μαζών μετατράπηκε σε εκμετάλλευση των μαζών για χάρη της άρχουσας μειοψηφίας υπό οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης γιατί ο εργάτης αποτελούσε συνεχώς τον τελευταίο «τροχό της άμαξας» στην παραγωγική διαδικασία.
Έτσι προέκυψε το σύγχρονο κράτος το οποίο αποτελεί μια αφαίρεση που ευαγγελίζεται το κοινό καλό αλλά στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα μιας κυρίαρχης κάστας. Συνεπώς η ύπαρξη του κράτους σήμαινε σε όλη την ιστορία την κυριαρχία της μιας τάξης πάνω στην άλλη. Το κράτος ήταν και είναι συνεχώς ο πατρόνας της κυρίαρχης τάξης και φροντίζει για  τη διαιώνιση των οικονομικών της προνομίων με αποτέλεσμα να είναι η αιτία διαιώνισης της φτώχειας και της καταπίεσης. Λόγω της διάσπασης της παγκόσμιας αλληλεγγύης που προκαλεί το σύγχρονο κράτος αναγκάζεται να είναι στρατοκρατορικό για τις εξωτερικές υποθέσεις και γραφειοκρατικό για τις εσωτερικές υποθέσεις.
Η επίτευξη αρμονίας σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στο εσωτερικό κάθε κράτους είναι αδύνατη καθώς το κράτος επιβάλλει τα συμφέροντα της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Έτσι η πολιτική συνείδηση που διαμορφώθηκε για την άρχουσα τάξη είναι η δεσποτική οργάνωση και η πολιτική συνείδηση των μαζών είναι μόνιμα η τάση προς επανάσταση. Η κυβέρνηση όμως δεν είναι διατεθειμένη να ανεχθεί καμία απειλή ενάντια στους εκμεταλλευτικούς της θεσμούς και καταφεύγει στη βία και τον πολιτικό έλεγχο παράλληλα με την στρατιωτική δύναμη. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί ψευτοαντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις για να αποκρύψει την πραγματικότητα, λογοκρισία, και διατηρεί μια σημαντική οπλισμένη δύναμη, παράλληλα με το ρόλο της εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να είναι βέβαιο ότι απαγορευμένες ιδέες δε θα φτάσουν στο μυαλό των υπηκόων του και δε θα ξυπνήσει η τάση τους για εξέγερση.
Η εξήγηση του ιστορικού φαινομένου της εκκλησίας είναι παρόμοια. Η ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, οδήγησε στη δημιουργία αφαιρέσεων που έφτασαν μέχρι την πλήρη αφαίρεση το θεό. Η μη σύλληψη της φύσης, και των υλικών αιτίων των σκέψεων των ανθρώπων, τους οδήγησε στο να θεωρήσουν εξωπραγματικές τις αφαιρέσεις αυτές και να τις λατρεύουν. Η ανάγκη για σχηματοποίηση της αφαίρεσης με διάφορες μορφές και δυνάμεις γέννησε τις θεότητες. Η φιλοδοξία ορισμένων ατόμων και τάξεων, παρά τα αρχικά τους ειλικρινή κίνητρα και τη δικιά τους πίστη σε κάποια θεότητα ενίσχυσαν και καλλιέργησαν τη συγκεκριμένη ιδέα έως ότου οι κοινωνίες συνήθισαν στην ιδέα ύπαρξης υπέρτατου όντος. Από εκεί και πέρα η εκκλησία χρησιμοποιήθηκε για την επιβολή της θρησκευτικής αφαίρεσης και την ένταση της εκμετάλλευσης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του συγγραφέα που παρουσιάζεται σε άλλα έργα του  σχετικά με την ατομική ιδιοκτησία. Ο Μπακούνιν θεωρεί την ατομική κληρονομική ιδιοκτησία θεσμό του κράτους το οποίο είναι αυτό που εγγυάται την ύπαρξή της και την ύπαρξη όλου του δικαίου σχετικά με αυτή. Θεωρεί ότι η κληρονομική ατομική ιδιοκτησία είναι αυτή που δημιουργεί τις τάξεις, ύστερα και από την επίδραση της τύχης, και μετά το προπατορικό αμάρτημα της αυθαίρετης ιδιοποίησης. Η δημιουργία των τάξεων είναι η προϋπόθεση της εκμετάλλευσης, η οποία νομιμοποιείται με το κράτος και η οποία είναι σύμφυτη με την ύπαρξη κράτους λόγω της θέσης του χειρωνακτικού εργάτη στην παραγωγή. Η αστική τάξη εμφανίζεται αλληλέγγυα απέναντι στην εκμετάλλευση, εξασφαλίζοντας τους δύο πρωταρχικούς όρους ανάπτυξης του καπιταλισμού, τον συγκεντρωτισμό και την υποταγή του λαού στην κυβερνητική μειοψηφία. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει το δικαίωμα σε ατομική ιδιοκτησία.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1)      Που θεμελιώνεται η ιδιοκτησία και η εκμετάλλευση κατά τον Μπακούνιν; Που κατά το Μαρξ;
2)      Ποιες είναι οι αιτίες που προκάλεσαν τη γέννηση του κράτους, της εκκλησίας και των τάξεων;
3)      Ο μηχανισμός διαμόρφωσης του σύγχρονου κράτους που περιγράφεται και η εικόνα που μας δίνει ο συγγραφέας για το σύγχρονό του κράτος συμπίπτουν. Μπορεί αυτό να μας βοηθήσει στη μεθοδολογική μας προσέγγιση;
4)       Από πού προκύπτει ότι το κράτος είναι όργανο εκμετάλλευσης κατά τον Μπακούνιν; Πως προκύπτει η οικονομική αλληλεγγύη της αστικής τάξης;
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Οι προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης είναι σύμφωνα με το συγγραφέα η φτώχεια, η απόγνωση, η γνώση του πανανθρώπινου ιδεώδους της  ελευθερίας και της αλληλεγγύης, η ύπαρξη πολυάριθμου λούμπεν – προλεταριάτου το οποίο θα είναι το υποκείμενο της επαναστατικής διαδικασίας και πρέπει να έχει ιδιαίτερα επαναστατική και έξυπνη φύση. Θετικό στοιχείο για την εξέλιξή της είναι η ανυπαρξία εργατικής αριστοκρατίας με μεγάλη επιρροή αλλά και η ύπαρξη συνειδητών επαναστατών. Η φτώχεια και η απόγνωση καθώς και το πολυάριθμο λούμπεν προλεταριάτο είναι προϊόντα του καπιταλισμού ωστόσο η πλήρης διαμόρφωσή τους εξαρτάται από την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας συνεπώς μέχρι τη διαμόρφωσή τους επιβάλλεται η εξασφάλιση των υπόλοιπων προϋποθέσεων αλλά και η οργάνωση της επαναστατικής δύναμης των μαζών καθώς επίσης και το ξεκίνημα οικοδόμησης της δομής που θα αντικαταστήσει τον κρατισμό.
Το ρόλο αυτό σύμφωνα με το συγγραφέα έρχεται να παίξει μια διεθνής ένωση εργαζομένων που θα προκύψει αυθόρμητα  και ελεύθερα από τη συνένωση των εργατικών τμημάτων και ενώσεων ριζωμένη στην αλληλεγγύη των οικονομικών συμφερόντων. Η ένωση αυτή θα καθορίζει σαν τελικό σκοπό της την κατάργηση όλων των κρατών από μια παγκόσμια ομοσπονδία όλων των επιμέρους ενώσεων στα πλαίσια της ελευθερίας. Θα αποτελεί από τη φύση της άρνηση του πατριωτισμού άρα και άρνηση του κράτους. Η πάλη της θα εξαπλώνεται σε τρία επίπεδα θεωρητικό, πολιτικό και οικονομικό.
Θεωρητικό επίπεδο: Στο θεωρητικό επίπεδο η διεθνής θα ασχολείται με την επεξεργασία του πανανθρώπινου ιδεώδους ώστε να γίνεται ευκολότερα κατανοητό στις μάζες και θα επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση φιλοσοφικών ιδεών χωρίς όμως να υιοθετεί κάποιες από αυτές σαν επίσημη και υποχρεωτική θέση.
Αυτό γιατί η βάση ανάπτυξης του κινήματος είναι αποτέλεσμα της αυθόρμητης ανάπτυξής του και των πραγματικών συνθηκών της ζωής. Η προπαγάνδα δεν δημιουργεί τεχνητά ποτέ μια πηγή η βάση για φιλοδοξίες απλά ξεκαθαρίζει τα υπάρχοντα ένστικτα των μαζών με νέα καλύτερη μορφή. Άλλωστε ζητώντας κανείς από ένα άτομο η από τη μάζα περισσότερα από όσα μπορεί να κάνει τους αποθαρρύνει τους εμποδίζει τους διαφθείρει και τους καθιστά άχρηστους για κάθε δράση.
Μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό να συλλάβει την ποικιλία των ζητημάτων της παγκόσμιας κοινωνικής επανάστασης ενώ κανένα πρόσωπό η ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να τα συλλάβει στο σύνολό τους. Η ανάπτυξη θεωρίας θα γίνει από το ίδιο το προλεταριάτο  σαν επακόλουθο της ανταλλαγής ιδεών παράλληλα με την οικονομική πάλη χρησιμοποιώντας την επιστημονική μέθοδο. Αργότερα θα ξεπροβάλλουν από τα βάθη της λαϊκής ψυχής αυθόρμητα οι νέες δημιουργικές μορφές κοινωνικής ζωής.
Πολιτικό επίπεδο: Η διεθνής αυτή ένωση καθώς αντιπαλεύει τον κρατισμό απορρίπτει κάθε πολιτική δράση που δεν έχει σαν άμεσο στόχο το θρίαμβο των εργαζομένων πάνω στον καπιταλισμό.
Άλλωστε η προσχώρηση στη διεθνή είναι αποφασιστική θέση ενάντια στην πολιτική αφού υπονομεύει την ιδέα των πολιτικών συνόρων και της διεθνούς πολιτικής των κρατών. Η ύπαρξη πολιτικής εξουσίας περιλαμβάνει υπηκόους που θα υποχρεωθούν να υπακούσουν ακόμα και αν αυτοί έχουν θέσει τα πρότυπα υπακοής. Η ενότητα πολιτικής δράσης δεν ξεπροβάλει αυθόρμητα αλλά πρέπει να επιβληθεί από πάνω με συνέπεια την υποδούλωση που είναι ενάντια στη φύση της Διεθνούς.
Ακόμα δεν υπάρχει πολιτικός κανόνας που να μπορεί να εξωθήσει σε δράση τις μάζες από τη φύση τους. Το παγκόσμιο προλεταριάτο δε θα υποφέρει ένα ομοιόμορφο πρόγραμμα με τόσες διαφορές ιδιοσυγκρασίας και κουλτούρας. Η πολιτική ενότητα θα προβάλει μόνον αυθόρμητα κατά την κοινωνική επανάσταση με χαρακτήρα την αρνητική πολιτική πρακτική γκρεμίσματος των πολιτικών θεσμών.
Επίσης η εργατική τάξη είναι πολιτικά υποταγμένη συνεπώς είναι αδύνατο να αποκτήσει κυριαρχία-αυτονομία στο πολιτικό πεδίο. Θα περιοριστεί αναγκαστικά σε δορυφόρο της αστικής μπουρζουαζίας και θα διαφθαρεί τόσο αυτή αλλά ιδίως οι πολιτικοί της εκπρόσωποι που θα επιδιώξουν απλά μερίδιο στην εκμετάλλευση.
Συνεπώς οι πολιτικές θέσεις μπορούν και αυτές να μείνουν μόνο στο επίπεδο διακίνησης ιδεών και όχι να αποτελέσουν θέσεις της ένωσης.
Οικονομικό επίπεδο: Σε αυτό το επίπεδο η ένωση θα επιδιώκει την αυθόρμητη οργάνωση της παγκόσμιας οικονομικής αλληλεγγύης και του οικονομικού αγώνα του προλεταριάτου το οποίο δεν αποτελεί τάξη, που επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία, σε μια παγκόσμια συνομοσπονδία.
Ακολουθεί συνεπώς την τακτική ενίσχυσης των απεργιών στα πλαίσια του ηλεκτρισμού του ενστίκτου των μαζών και της αντιπαράθεσης με την αστική τάξη. Τελικά η αυξανόμενη αυθόρμητη οργάνωση της οικονομικής αλληλεγγύης θα οδηγήσει τελικά στην κοινωνική επανάσταση ενάντια στην αστική τάξη.
Συμπερασματικά ο ρόλος του επαναστάτη σύμφωνα με το συγγραφέα είναι α) η επεξεργασία και το ξεκαθάρισμα ιδεών που ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα. β) διαφύλαξη των μη πολιτικών θέσεων της διεθνούς, γ) η οργάνωση της επαναστατικής φυσικής δύναμης των μαζών με στόχο την οργάνωση κοινωνικής και όχι πολιτικής εξουσίας.
Όσον αφορά τη φύση της κοινωνικής επανάστασης, είναι ενστικτώδης, χαοτική και καταστρεπτική, απαιτεί προσωπικές θυσίες, τεράστια ζημιά της δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Η καταστροφή πρέπει να είναι πλατιά και εκτεταμένη γιατί μόνο μέσα από την καταστροφή γεννιούνται νέοι κόσμοι. Η επανάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια μόνο χώρα ενώ είναι διαμετρικά αντίθετη με την πολιτική επανάσταση.
Η επανάσταση αποδίδοντας στις μάζες την απόλυτη ελευθερία τους καταστρέφει μια για πάντα την απόλυτη αιτία της βίας την εξουσία και το κράτος.

ΑΝΑΡΧΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η τάξη και η αρμονία τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία προκύπτει μέσα από διαρκή κίνηση και πάλη και όχι βάση ενός οργανωμένου σχεδίου. Η κίνηση της κοινωνίας κατευθύνεται προς κοινωνικές δομές με αυξανόμενη πολυπλοκότητα έτσι ώστε να εκφράζονται όλες οι λεπτομέρειες της κοινωνικής ζωής.
Η κοινωνική επανάσταση καταργεί το κράτος και την εκκλησία εγκαθιδρύει την ισότητα, την αυθόρμητη οργάνωση της οικονομικής αλληλεγγύης και την ελευθερία που αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση της αναρχικής κοινωνίας.
Ο τρόπος εξέλιξης στην αρχή ενδέχεται να μην είναι ειρηνικός. Το προλεταριάτο και οι χωρικοί ενδέχεται να αλληλοφαγωθούν μεταξύ τους καθώς ο καθένας θα διεκδικεί τη δική του ιδιοκτησία. Σε κάποιο βάθος χρόνου θα καταλάβουν ότι αυτό δε βγάζει πουθενά και θα καταλήξουν σε συμφωνία- οργάνωση αυθόρμητα από την ίδια τη ζωή. Οι πλούσιοι δεν θα έχουν πια δύναμη αφού δεν θα είναι εξασφαλισμένοι πια από το κράτος. Οι πανούργοι και οι δυνατοί θα εξαφανιστούν κάτω από τη δύναμη των εξαθλιωμένων μαζών. Η νέα κοινωνία θα οργανωθεί από τη βάση προς τα πάνω σε ομοσπονδίες, συνδικάτα, κομμούνες και περιφέρειες, έθνη και τελικά στην παγκόσμια συνομοσπονδία χωρίς κυβερνήσεις και κοινοβούλια.
Η αναρχική κοινωνία θα παραχωρήσει εκπαίδευση για όλο το λαό η οποία θα συνίσταται στη συνήθεια της σωστής σκέψης , στη γενική επιστημονική εκπαίδευση, ικανότητα γενίκευσης και αφαιρέσεων. Η εκπαίδευση θα είναι προσιτή σε εκείνους που θα έχουν την ικανότητα και την επιθυμία να το επιδιώξουν αλλά όχι σε βάρος της χειρωνακτικής εργασίας που θα είναι υποχρεωτική για όλους. Θα αποτελεί το θρίαμβο του ανθρωπισμού και τον κόσμο της απόλυτης ελευθερίας.

Β. ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τη μέθοδο του συγγραφέα και τις βασικές φιλοσοφικές του αρχές επικεντρώνοντας σε τρία ζητήματα. Την αντίληψή του για την ιστορία, το ρόλο της θεωρίας στο επαναστατικό κίνημα, καθώς και την μελέτη των ουτοπικών  στοιχείων που παρατηρούμε συνολικότερα στο έργο του.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ
Το σύνολο της ιστορικής αντίληψης του συγγραφέα βασίζεται σε ένα έξυπνο, πλην όμως καθόλου ευχάριστο τρικ, όσον αφορά τα συμπεράσματα στα οποία οδηγούμαστε με αυτό στη συνέχεια. Ο συγγραφέας μεταφέρει νόμους που περιγράφουν την εξέλιξη της φύσης, στην κοινωνία; Και στην εξέλιξή της. Ας δούμε όμως πως αντιλαμβάνεται κατ’ αρχήν τον τρόπο εξέλιξης της φύσης, τις βασικές αρχές του για την ιστορία της φύσης.
« Η τάξη στη φύση προκύπτει μέσα από τη διαρκή κίνηση και πάλη και όχι μέσα από ένα σχέδιο αυστηρής διακυβέρνησης. Οι φυσικοί νόμοι είναι φυσικοί παρά μόνο στο μέτρο που ενυπάρχουν στη φύση και δεν έχουν καθοριστεί από καμία εξουσία. Η φύση δεν γνωρίζει νόμους ενεργεί ασυνείδητα, τους νόμους τους διατύπωσε ο άνθρωπος παρατηρώντας τα διάφορα φαινόμενα. Τα φυσικά γεγονότα έχουν αναπόφευκτο χαρακτήρα καθοριζόμενο από τη φυσική αναγκαιότητα»
Σχετικά με την αντίληψη για τη φύση παρατηρούμε ότι ο συγγραφέας μένει συνεπής στην υλιστική αντίληψη της φύσης. Ας δούμε όμως τι συμβαίνει όταν περάσει την αντίληψη αυτή στην κοινωνία. Ας ακολουθήσουμε το συλλογισμό του βήμα- βήμα.
1) « Οι άνθρωποι δεν μπορούν να απορρίψουν την ιδέα της αλληλεξάρτησης κι ακόμα δεν μπορούν να απορρίψουν την αμοιβαία επίδραση και συσχέτιση ανάμεσα στα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου»
2) « Έχουμε πειστεί ολοκληρωτικά ότι όλη η ζωή του ανθρώπου και οι ενέργειές του που εμφανίζονται σαν θεληματικές αντιπροσωπεύουν τη συνέπεια των αναπόφευκτων δυνάμεων της ζωής μέσα στην κοινωνία»
3) « Η κίνηση λοιπόν της ανθρώπινης κοινωνίας υποτάσσεται και αυτή κρυφά στο φυσικό τρόπο ανάπτυξης»!!!!!!!
4)«Στον πρακτικό λοιπόν κόσμο η κοινωνία κινείται προς οργανωτικές μορφές που θα καθρεφτίζουν την ίδια τη ζωή σε όλες τις πτυχές και την πολυπλοκότητά της σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση» !!!!!!!!!
Οι νόμοι κίνησης της φύσης πέρασαν κατευθείαν στην κοινωνία!!!! Όλο το τρικ βασίστηκε στη φράση « των αναπόφευκτων δυνάμεων της ζωής» του δεύτερου βήματος. Εκεί υπάρχει μεγάλη ευελιξία στην έννοια των δυνάμεων της ζωής. Μπορούμε να εννοήσουμε κοινωνικές, οικονομικές, βιολογικές, χημικές ή και φυσικές δυνάμεις. Όσον αφορά το μηχανισμό κίνησης της ιστορίας έχουμε την από τη φύση της ιστορίας κίνηση προς αυξανόμενη πολυπλοκότητα.
Ας δούμε όμως πως αντιλαμβάνεται ο Μπακούνιν, μετά από αυτήν την ταχυδακτυλουργία τα ιστορικά γεγονότα. Όπως και τα φυσικά γεγονότα έτσι και τα ιστορικά γεγονότα παίρνουν πλέον  χαρακτήρα αναπόφευκτων σταδίων μέσα στην ομαλή ανάπτυξη και εξέλιξη των κοινωνικών οργανισμών. Κάθε ιστορικό γεγονός ήταν αποτέλεσμα κάποιων αιτιών τις οποίες δεν εξετάζουμε, αφού τώρα το ίδιο το γεγονός έγινε μια πανίσχυρη αιτία που πρέπει να ανατραπεί για να εμφανιστεί μια διαφορετική τάξη πραγμάτων. Χάσαμε λοιπόν εκ των προτέρων κάθε αλληλεξάρτηση μεταξύ των ιστορικών γεγονότων ή τουλάχιστον την εξετάζουμε μόνο εκεί που θέλουμε να την εξετάσουμε. Έτσι λοιπόν βάσει αυτής της ταχυδακτυλουργίας εξηγείται και ο ρόλος του κράτους σαν γενεσιουργού αιτίας της εκμετάλλευσης χωρίς καμία αναφορά στον τρόπο παραγωγής και τη διαδικασία δημιουργίας-συγκρότησης του κράτους.
Τι ρόλο επιφυλάσσει όμως η συγκεκριμένη αντίληψη στο ανθρώπινο υποκείμενο και  πως εκτιμά τα ιστορικά γεγονότα; Μπορούμε άνετα όπως αναφέρει και ο συγγραφέας, να μην « γονατίζουμε μπροστά στην αναγκαιότητα αδιάφορα και να μην εγκωμιάζουμε τα συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά πρέπει να τα καταγγέλλουμε όταν φαίνεται ότι βρίσκονται σε αντίθεση με τον τελικό σκοπό της ιστορίας». Άλλωστε « ότι προσαρμόζεται στην παραπάνω κατεύθυνση είναι καλό και ότι δεν προσαρμόζεται είναι κακό». Με λίγα λόγια δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε  τη σημασία των ιστορικών γεγονότων αφού χάνουμε την αλληλεξάρτησή τους. Μπορούμε μήπως να τα ανατρέψουμε; Μόνο αν μας το επιτρέπουν όχι οι κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, αλλά μόνο αν μας το επιτρέπουν πια οι φυσικές δυνάμεις ή καλύτερα η ίδια μας η φύση σαν τμήμα της φύσης της κοινωνίας. Με παρόμοιο τρόπο αντιμετωπίζει ο Μπακούνιν τις μάζες. Κινούνται μόνο βάση φύσεως η ενστίκτων.
Έχοντας μάλιστα συγκεκριμένη αντίληψη για τον τρόπο δημιουργίας και χωρισμού των τάξεων η οποία δε βασίζεται στον τρόπο παραγωγής, αλλά στην τύχη και στο κληρονομικό δικαίωμα ή στα κοινά βάσανα των λούμπεν προλετάριων δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνεται για την ταξική πάλη ως μηχανισμό κίνησης της ιστορίας, η για υλιστική, διαλεκτική αντίληψη της ιστορίας.
ΘΕΩΡΙΑ – ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Ο Μπακούνιν θεωρεί ότι η επιστήμη αποτελεί απλά βασική εκδήλωση της φυσικής και κοινωνικής ζωής, ή με άλλα λόγια πτυχή της ζωής μέσα από την οποία εκφράζεται η φύση του ανθρώπου. Η επιστήμη δεν αποτελεί μορφή κοινωνικής συνείδησης, αλλά συνδυασμό των ατομικών επιστημονικών φύσεων του κάθε ανθρώπου. Συνεπώς η επιστημονική σκέψη ενός ατόμου δεν μπορεί αφενός να είναι ποιοτικά ανώτερη και συνεπέστερη επιστημονικά από κάποιου άλλου ανθρώπου αφού δεν υπακούει σε νόμους και απλά αποτελεί έκφανση της ανθρώπινης φύσης, αφετέρου δεν μπορεί να προβλέψει ή να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα αφού δεν υπάρχει δρόμος που να οδηγεί από τη θεωρία στις πραγματικές αλήθειες της ζωής. Χαρακτηριστικά ο Μπακούνιν στην προσπάθειά του να δείξει την επαναστατική του φύση, απορρίπτει  τη δυνατότητα ύπαρξης κάθε απόλυτης αλήθειας ακόμα και σε περιορισμένα πλαίσια κατεδαφίζοντας κάθε νόημα της έννοιας επιστήμη.  Συγκεκριμένα  ο συγγραφέας αναφέρει ότι θεωρία και πραγματικότητα χωρίζονται από άβυσσο και ότι  φυσική και κοινωνική ζωή προηγούνται της θεωρίας. Η θεωρία γεννιέται πάντοτε από τη ζωή αλλά δεν τη δημιουργεί. Σαν τους ανεμοδείχτες δεν δείχνει παρά μόνο την κατεύθυνση και τα διάφορα στάδια της ανεξάρτητης μοναδικής εξέλιξης της ζωής. Επομένως δεν έχει ικανότητα πρόβλεψης ή δημιουργίας.
Λόγω της φύσης που έδωσε στην επιστήμη, ο Μπακούνιν δεν αρκείται στα παραπάνω. Δεν θεωρεί απλώς αδύνατη την παραγωγή επιστημονικής κοινωνικής θεωρίας αλλά προβαίνει στον πλήρη αφορισμό της ως αντιδραστικής. Γράφει χαρακτηριστικά: « Οι μεταφυσικοί (θεωρητικοί) δέχονται ότι η σκέψη προηγείται της ζωής, ότι η θεωρία βρίσκεται μπροστά από την κοινωνική εμπειρία καταλήγοντας στην επιβολή της δικτατορίας των επιστημόνων από πάνω προς τα κάτω».
Στη συνέχεια μια και δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια σε κανένα επίπεδο, ο συγγραφέας μας υποστηρίζει ότι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί από τη συγκεκριμένη πραγματικότητα στη θεωρία κι αντίστροφα είναι η επιστημονική μέθοδος. Με λίγα λόγια μπορούμε να οδηγηθούμε στη θεωρία μέσα από τη διαδικασία της παρατήρησης, της υπόθεσης, του πειράματος και του συμπεράσματος. Δυστυχώς όμως η συγκεκριμένη μέθοδος πέρα από το γεγονός ότι εφαρμόζεται επιτυχώς μόνο σε μη ανεπτυγμένα στάδια μιας επιστήμης- στο επίπεδο συγκέντρωσης υλικού-, εφαρμόζεται από το Μπακούνιν σε επίπεδο κινήματος οδηγώντας ουσιαστικά σε ένα αυθόρμητο και εμπειρικά διαπαιδαγωγούμενο κίνημα μέσω της μεθόδου της δοκιμής και του λάθους.
Έτσι η θεωρητική πάλη αποτελεί για το προλεταριάτο μόνο ζήτημα ανθρωπισμού και πνευματικής ολοκλήρωσής του. Ο τρόπος ανάπτυξης της θεωρίας καθορίζεται από την ίδια τη φύση της επιστήμης. Αφού η επιστήμη αποτελεί άθροισμα των επιστημονικών φύσεων του κάθε ανθρώπου η νέα θεωρία θα ξεπροβάλει αυθόρμητα από τη φύση του προλεταριάτου. Μάταια ωστόσο ο Μπακούνιν προσπαθεί να μας δείξει πως θα γίνει αυτό στη βάση της οικονομικής πάλης μέσα στη διεθνή.

ΟΥΤΟΠΙKΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Χαρακτηριστικό στοιχείο της προσέγγισης του Μπακούνιν στη διαδικασία άρνησης της κεφαλαιοκρατίας αποτελεί το γεγονός ότι προσπαθεί να οικοδομήσει και αυτός a priori το ιδανικό κοινωνικό σύστημα που ταιριάζει όσο το δυνατόν καλύτερα στην ανθρώπινη φύση αλλά και στη φύση της κοινωνίας. Όσο και αν δεν το επιθυμεί το σύστημά του βασίζεται πάνω στην ύπαρξη απόλυτης αλήθειας δεδομένης και αμετάβλητης για κάθε εποχή. Αυτή είναι η συνέπεια της θεμελίωσης  του συστήματός του έξω από την ιστορία πάνω στην αφαίρεση της ανθρώπινης φύσης.
Παράλληλα, μία τέτοια θεμελίωση της ανθρώπινης ιστορίας έρχεται αντιμέτωπη με το αμείλικτο ερώτημα: Αφού σήμερα δεν βρισκόμαστε στην αναρχική κοινωνία, και εφόσον η ιστορία αποτελεί έκφραση της φύσης της κοινωνίας, ακόμα και η σημερινή κοινωνία πρέπει να εξηγηθεί με βάση τη φύση του ανθρώπου. Ο Μπακούνιν παραδέχεται λοιπόν ότι κάποιες πτυχές της φύσης του ανθρώπου είναι σταθερές ενώ κάποιες άλλες αλλάζουν. Ποιος είναι τότε ο μηχανισμός που αλλάζει τη φύση του ανθρώπου και κινεί την ιστορία; Ο Μπακούνιν δεν έχει παρά να αφήσει και το συγκεκριμένο ρόλο στην τύχη επιστρέφοντας στην μεσαιωνική μέθοδο ιστοριογραφίας. Όλη η ιστορία είναι λοιπόν άθροισμα τυχαίων γεγονότων χωρίς καμία εσωτερική σύνδεση.
Από την άλλη μία θεμελίωση της αναρχικής κοινωνίας αλλά και του τρόπου άρνησης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας στην ανθρώπινη φύση, είναι ιδιαίτερα ελαστική και ευένδοτη σε προσωπικές ερμηνείες της ανθρώπινης φύσης, ανάλογα με τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός, οι οποίες απολυτοποιούνται, και τίθενται σαν βάση για την ερμηνεία και συγκρότηση κοινωνικών μοντέλων καταλήγοντας στον πιο χυδαίο εμπειρισμό.
Δυστυχώς ο Μπακούνιν δεν ξεφεύγει από άλλη μια επίλυση του γεωμετρικού προβλήματος που ο Πλεχάνoφ έθεσε στους ουτοπικούς σοσιαλιστές και σε κάθε ουτοπιστή γενικά: Για μια δεδομένη ανθρώπινη φύση να  βρεθεί ποιο κοινωνικό συγκρότημα ταιριάζει καλύτερα σε αυτήν. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η μέθοδος του Μπακούνιν εμφανίζει ομοιότητες με αυτή των ουτοπιστών σοσιαλιστών. Από πού πηγάζει όμως η κοινή τους μέθοδος; Αυτό θα το εξετάσουμε παρακάτω.


ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

Με την παραπάνω προσέγγισή μας στο συγγραφέα μπορούμε να επικεντρώσουμε σε τρία βασικά σημεία τις παρατηρήσεις μας για τη μέθοδο που χρησιμοποίησε ως τώρα.
1)          Ο συγγραφέας ακολουθεί την υλιστική αντίληψη όσον αφορά τη φύση χωρίς κανένα στοιχείο διαλεκτικής αντιμετώπισής της ωστόσο. Μεταφέρει συνεπώς αυτούσιους τους νόμους της φύσης μέσα στην κοινωνία. Μεταφέρει νόμους από κατώτερα στάδια κίνησης της ύλης σε ανώτερα.
2)          Ο υλισμός του δεν μπορεί να σταθεί ιστορικά, και δεν εφαρμόζει με συνέπεια και ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης.
3)          Η ουσία του ανθρώπου κατανοείται από το συγγραφέα αφηρημένα και όχι σαν «σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων» και γι’ αυτό ο υλισμός του, το πολύ- πολύ μπορεί να εξηγεί τον κόσμο, αλλά όχι να τον αλλάζει καθώς δεν αφήνει χώρο για επαναστατική δράση.
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι κοινά με το μεταφυσικό υλισμό των γάλλων υλιστών του 18ου αιώνα  και των ουτοπικών σοσιαλιστών. Ας δούμε που οδήγησε τους γάλλους υλιστές η παραπάνω αντίληψη.
Η αφηρημένη κατανόηση της ουσίας του ανθρώπου ανάγκασε τους γάλλους υλιστές να περιοριστούν σε πολύ γενικά συμπεράσματα. Η υλιστική ηθική του 18ου αιώνα περιορίζεται στο εξής διπλό πρόβλημα: Ο άνθρωπος δεν είναι παρά συναίσθημα. Από την ίδια του τη φύση είναι αναγκασμένος να επιδιώκει τη χαρά και να αποδιώχνει τη λύπη. Μα τότε πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να υπομείνουν τα πάνδεινα για το θρίαμβο μιας ιδέας που τελικό σκοπό έχει να εξασφαλίσει ευχάριστα συναισθήματα στον πλησίον τους; Αφού ο άνθρωπος είναι συναίσθημα τότε θα φέρνει βλάβη στον πλησίον του αν βρίσκεται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου τα συμφέροντα του ενός ατόμου συγκρούονται με τα συμφέροντα του άλλου. Ποια μορφή νομοθεσίας θα μπορούσε λοιπόν να φέρει σε αρμονία το γενικό αγαθό και το αγαθό των ατόμων;
Ανάλογα με την τοποθέτηση πάνω στα συγκεκριμένα ερωτήματα μπορούν να διαμορφωθούν δύο ακραίες τάσεις σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και μια πληθώρα ενδιάμεσων τάσεων. Από τη μία η τάση που αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του όν που ενδιαφέρεται για την ευδαιμονία του πλησίον του και άρα επιδιώκει  τη νομοθεσία που θα μπορούσε να φέρει σε αρμονία το γενικό με το ατομικό καλό, και από την άλλη μεριά η τάση που αναφέρει ότι ο άνθρωπος από την ίδια του τη φύση το προσωπικό του όφελος και την προσωπική του ευδαιμονία και αντιτίθεται στη δημιουργία οποιασδήποτε νομοθεσίας η οποία θα περιορίσει αυτό το δικαίωμα. Κάθε ακραία τάση όπως και όλες οι ενδιάμεσες μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε «προοδευτική» όσο και σε συντηρητική κατεύθυνση.
 

Η Γερμανική Φιλοσοφία


Ο Λ. Φόιερμπαχ και «Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του»

Μια από τις κύριες κατευθύνσεις που ακολουθήθηκαν από τους νέο-χεγκελιανούς κατά την προσπάθεια κριτικής του χεγκελιανού συστήματος, χαρακτηρίζονταν από την εξής θέση: Οι ιδέες, το προϊόν της φαντασίας του ανθρώπου γίνεται η πραγματική αιτία των δεινών του. Γι’ αυτό για να απελευθερώσουμε τον άνθρωπο πρέπει να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή τη φαντασμαγορία.
Στα πλαίσια αυτής της κατεύθυνσης κινήθηκε και ο Λ. Φόιερμπαχ. Για το Φόιερμπαχ αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν θεότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα προϊόν της φαντασίας τους, μια ψυχολογική παραπλάνηση. Στο Θεό ουσιαστικά ο άνθρωπος λατρεύει την ίδια του την ύπαρξη. Ο Θεός είναι ένας μύθος, μύθος όμως πολύ επιζήμιος καθώς παρά το ότι είναι ένας Θεός αγάπης (στο χριστιανισμό τη θρησκεία που μελέτησε ο Φόιερμπαχ), ο πιστός θα πρέπει να μισεί ή τουλάχιστον να αποστρέφεται αυτόν που δεν είναι πιστός. Έτσι ο Φόιερμπαχ υποστηρίζει ότι η αγάπη δεν πρέπει να βγαίνει έξω από αυτή την ίδια την ανθρωπότητα. «Το υπέρτατο όν για τον άνθρωπο είναι ο άνθρωπος». Ωστόσο όταν ο Φόιερμπαχ έρχεται να μιλήσει γι’ αυτό το ανθρώπινο όν και την αιτία των ιστορικών μεταβολών του δεν έχει τίποτα συγκεκριμένο να μας πει. Το ανθρώπινο όν παρουσιάζεται και αυτό σαν μια αφηρημένη ιδέα όπως η ανθρώπινη φύση στους γάλλους υλιστές. Αυτό είναι το βασικό λάθος του Φόιερμπάχ στην κριτική του για τη θρησκεία.
Ο Στίρνερ διαπιστώνει το βασικό αυτό λάθος του Φόιερμπαχ και βλέπει ότι η κριτική του δεν έχει γερή βάση. Θέλοντας να την ενισχύσει προσπαθεί να τη θεμελιώσει πάνω στην πραγματικότητα. Γυρίζει έτσι την πλάτη του σε όλα τα φαντάσματα και τα πλάσματα της φαντασίας. Στην πραγματικότητα ισχυρίζεται δεν υπάρχουν παρά άτομα. « Ο Θεός δεν είναι παρά ένα προϊόν της φαντασίας μια απλή δοξασία. Το ίδιο όμως είναι και η ανθρωπότητα. Συνεπώς η μόνη πραγματικότητα είναι το άτομο. Όμως δεν γίνεται ένα πραγματικό όν να θυσιάζεται για την ευτυχία του ανθρώπου για ένα όν αφηρημένο. Συνεπώς καμιά μορφή αφαίρεσης δεν μπορεί να σταθεί πιο πάνω από το «Εγώ» το μόνο πραγματικό
Ποια άτομα όμως τα συγκεκριμένα τα υπαρκτά άτομα; Όχι, το «Άτομο» γενικά, μια νέα πιο λεπτή αφαίρεση το «Εγώ». Και έτσι ο Στίρνερ επαναλαμβάνει την αβλεψία που ξεκίνησε να διορθώσει. Ο Στίρνερ έχοντας ξορκίσει όλες τις αφαιρέσεις θεωρώντας ότι έτσι θα απαλλαγεί από τις πραγματικές τους συνέπειες καταλήγει. «Καμία ιδέα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, γιατί καμία δεν μπορεί να έχει ατομική ύπαρξη. Το άτομο μου που έχει συνείδηση κάθε δικού μου πράγματος- ή καλύτερα η δικιά μου αντίληψη των πραγμάτων- πολεμάει με κάθε μέσο κάθε αφαίρεση που του επιβάλλεται.» Ο Στίρνερ έχοντας θεμελιώσει τη θεώρησή του πάνω στην αφαίρεση του «Εγώ» οδηγεί την ιδεαλιστική φιλοσοφία στην αυτοκτονία της, στον υποκειμενικό ιδεαλισμό που δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά την ύπαρξη κανενός άλλου «Εγώ»πέραν αυτού που φιλοσοφεί. Συνεπώς κανένα συμπέρασμά του δεν είναι συζητήσιμο.
Από τα σύννεφα του αφηρημένου όπου βρίσκεται ο Στίρνερ δεν μπορεί να δει την οικονομική πραγματικότητα την μητέρα όλων των Εγώ. Αυτή ωστόσο συνεχίζει να τον καταδιώκει είτε ο Στίρνερ το θέλει είτε όχι. Έτσι λοιπόν ο πατέρας του αναρχισμού  περιορίζεται στο να εκφράζει τα συμφέροντα του παραγωγού εμπορευμάτων της εποχής του. Αυτό αναδεικνύεται τόσο από τη θέση του για την ατομική ιδιοκτησία όσο και από τον τρόπο πάλης που προτείνει ανάμεσα στους πλουσίους και τους φτωχούς «τον πόλεμο όλων εναντίον όλων» που βρίσκει μάλλον την τέλεια έκφρασή του στον ανταγωνισμό της καπιταλιστικής παραγωγής.


Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Ο συγγραφέας του έργου που μελετούμε θεμελιώνει την κοινωνική του αντίληψη πάνω στο θεμέλιο στο οποίο βασίζεται (τι περίεργο) μια πλειάδα αντιδραστικών, αστικών, κοινωνικών αντιλήψεων. Τη γεφύρωση του μεταφυσικού υλισμού με μια οποιαδήποτε μορφή ιδεαλιστικής κοινωνικής αντίληψης πάνω στο κοινό τρωτό τους σημείο τη φύση του ανθρώπου. Απαντά στις ελλείψεις του μεταφυσικού υλισμού με μια ιδεαλιστική απάντηση που καθορίζει τη φύση του ανθρώπου γενικά και αφηρημένα και συνεχίζει στην κοινωνική του ουτοπία έχοντας την αντίληψη ότι έλυσε το πρόβλημα. Συγκεκριμένα ο Μπακούνιν από το ιδεαλιστικό στρατόπεδο διαλέγει την αυτοκτονία της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας τον υποκειμενικό ιδεαλισμό γιατί αυτή ανταποκρίνεται γιατί αυτή ανταποκρίνεται καλύτερα στις ιδιότητες της φυσικής κατάστασης που θέλει να εισάγει στην κοινωνία (ιδανικό αέριο) αλλά και γιατί του προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατότητα να περιπλανάται ελεύθερος στα σύννεφα της απόλυτης ελευθερίας. Ας τον ακολουθήσουμε όμως από την αρχή στο ταξίδι του αυτό.
Ο Μπακούνιν αν και δέχεται την υλιστική αντίληψη στο επίπεδο της φύσης, δεν αντιλαμβάνεται την εξέλιξή της διαλεκτικά. Δεν αντιλαμβάνεται τη συνάφεια των νόμων και τον τρόπο με τον οποίο καθορίζουν την εξέλιξη της φύσης. Η ιστορία της φύσης προβάλει ασύνδετη, κυκλική και επαναλαμβανόμενη όπως στους γάλλους υλιστές. Θεωρώντας σωστά ότι η κοινωνία είναι κομμάτι της φύσης, μεταφέρει αυτούσιους νόμους κατώτερων βαθμίδων κίνησης της ύλης και στην κοινωνία, καθώς η κοινωνία σαν κομμάτι της φύσης, αναγκαστικά θα υπακούει στους ίδιους νόμους και με τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό. Έτσι αντιμετωπίζει τα ιστορικά γεγονότα ως αναπόφευκτα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης, αφού κάθε γεγονός είναι αποτέλεσμα εξέλιξης της ίδιας της φύσης. Πλέον όμως η ιστορία μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως συνονθύλευμα τυχαίων γεγονότων μέσα στα οποία μπορούμε να διακρίνουμε φυσικά χαρακτηριστικά. Καμία έννοια της διαλεκτικής αντίληψης της ιστορίας δεν μπορεί να χωρέσει σε μια τέτοια λογική. Η ιστορία δεν παρουσιάζει νόμους εξέλιξης αφού δεν μπορεί να διακριθεί το αίτιο από το αιτιατό. Κάθε περιστατικό εξετάζεται ξεχωριστά, τελείως αποσπασμένο από τη συνολική ιστορική πραγματικότητα. Η ιστορία δεν μπορεί να μελετηθεί από την επιστήμη παρά μόνο για να περιγραφεί η έως τώρα πορεία της. Αλλά και από τα σύννεφα του υποκειμενικού ιδεαλισμού για τον Μπακούνιν η επιστήμη δεν έχει τη δυνατότητα να φτάσει σε νόμους που θα βοηθούν στην πρόβλεψη της ιστορίας. Γενικά δε δέχεται την ύπαρξη απόλυτων αληθειών ακόμα και σε ορισμένα πλαίσια. Έτσι η επιστήμη περιορίζεται σε μια βασική εκδήλωση της φυσικής ή κοινωνικής ζωής του  ανθρώπου, εφαρμόζοντας την επιστημονική μέθοδο, δηλαδή τη μέθοδο της δοκιμής και του λάθους, που καταλήγει να νομιμοποιεί τον εμπειρισμό ως βασικό στοιχείο της επιστήμης. Έχοντας εξασφαλίσει πλέον το μεθοδολογικό του εργαλείο και τα χαρακτηριστικά του (απριορισμός), μπορεί πια να οικοδομήσει την οικονομική του θεώρηση με μια αξιόλογη συλλογή ασύνδετων χωρίων από τον εμπειριστή επίσης Προυντόν αλλά και από τον Μαρξ. Τελικά ο εμπειρισμός του, χρησιμοποιείται συνειδητά αλλά μάταια για να στηρίξει το αντιφατικό οικοδόμημά του όσο γίνεται πάνω στην πραγματικότητα.
Κατά τον Μπακούνιν και τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του δεν υπάρχει καμία μορφή κοινωνικής συνείδησης. Άρα δεν υπάρχει δυνατότητα θεωρίας, επιστήμης, ή συνολικής θρησκευτικής συνείδησης. Έτσι ο ρόλος του κάθε ανθρώπου στην κοινωνία και την ιστορία εξαχνώνεται σε ένα σύννεφο αυθόρμητου. Για τον Μπακούνιν δεν υπάρχει η παραμικρή σχέση αιτιότητας στην κοινωνία. Πιστεύει γενικά σε μια φυσική κίνηση της ανθρωπότητας προς μορφές μεγαλύτερης πολυπλοκότητας. Έτσι και το ίδιο το επαναστατικό κίνημα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο αυθόρμητα βάσει της ίδιας του της φύσης.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ
Προκειμένου να μην εκφραστεί κανένα παράπονο, για την μη τήρηση των κανόνων της ηθικής και της τιμιότητας που για την εφαρμογή τους τόσο πολύ ενδιαφερόταν ο συγγραφέας, θα εφαρμόσουμε την κριτική μας μέσα στα δικά του ιστορικά πλαίσια. Στη συνέχεια ωστόσο θα μας επιτραπεί να εκτιμήσουμε το έργο του Μπακούνιν βάσει των καθηκόντων που προτάσσουμε στη σημερινή εποχή.
Βάσει του δεδομένου ότι ο Μπακούνιν λόγω της εποχής του είχε γνώση των επιτευγμάτων των τριών πηγών του Μαρξισμού μπορούμε να πούμε τα εξής:
  • · Όσον αφορά, το γαλλικό υλισμό του18ου αιώνα ο συγγραφέας παρέμεινε στα ίδια επίπεδα, εγκλωβισμένος στα πλαίσια και τις αδυναμίες της συγκεκριμένης θεώρησης. Δεν εφαρμόζει ολόπλευρα την έννοια της εξέλιξης διατηρώντας τον υλισμό σε εξωιστορικό επίπεδο.
  • · Όσον αφορά τη γερμανική φιλοσοφία ο συγγραφέας όχι μόνο δεν αντιλαμβάνεται τις μεγαλοφυείς συλλήψεις του Χέγκελ σχετικά με τη διαλεκτική, αλλά χρησιμοποιεί ουσιαστικά το κουφάρι της γερμανικής φιλοσοφίας, την υποκειμενικά ιδεαλιστική θεώρηση του Στίρνερ σαν στατικό σύστημα. Στο συγγραφέα δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ούτε την πρωτοτυπία της γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ ιδεαλισμού και μεταφυσικού υλισμού. Ο Φόιερμπαχ είχε ήδη δείξει πρώτος τη δυνατότητα αυτή, όντας υλιστής στη βάση και ιδεαλιστής στην κορυφή. Η επανάληψή της δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε παραλλαγές του ίδιου κακόγουστου αστείου. Αλλά ο συγγραφέας μας βρίσκεται εδώ πιο πίσω και από τον ίδιο το Στίρνερ. Ο Στίρνερ οδήγησε τις αντιφάσεις του Φόιερμπαχ στη νομοτελειακή τους κατάληξη. Τι προσπαθεί εδώ να κάνει ο Μπακούνιν είναι άγνωστο.
  • · Τέλος σχετικά με την πολιτική οικονομία του καπιταλισμού ο Μπακούνιν όχι απλά δεν φτάνει στο επιστημονικό βάθος του Μαρξ αλλά οι εμπειρικές θεωρήσεις του είναι προμαρξικές και αντίθετες με κάθε φιλοσοφία θεμελίωσης της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας. Δεν μπορούν καν να συγκριθούν με το επιστημονικό έργο του Ρικάρντο ή του Άνταμ Σμιθ. Δεν υπάρχει καμία εσωτερική ενότητα στην οικονομική αντίληψη του Μπακούνιν.
Ας εξετάσουμε τώρα την προσφορά του Μαρξ: Η παραπάνω ανάλυση μας σχετικά με το γαλλικό υλισμό αλλά και τη γερμανική φιλοσοφία έδειξε σε γενικές γραμμές το αδιέξοδο στο οποίο είχαν φτάσει οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Δυστυχώς η οικονομική ανεπάρκεια της αντίληψης του Μπακούνιν δε θα δικαιολογούσε μια επέκταση στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Γνωστό είναι ωστόσο και το αδιέξοδο της αγγλικής πολιτικής οικονομίας. Επειδή το έργο του Μαρξ ήρθε να υπερβεί αυτά τα αδιέξοδα δεν μπορεί να εξεταστεί σαν συνέχεια των παραπάνω κατηγοριών. Θα αξιολογήσουμε λοιπόν το έργο του Μαρξ βάσει των επιστημονικών του ανακαλύψεων αποτέλεσμα των οποίων αποτελεί η επιστημονική θεμελίωση του σοσιαλισμού.
  • · Η θεωρία της υπεραξίας: Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής το χρήμα μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Ο τύπος της εμπορευματικής κυκλοφορίας ήταν: Εμπόρευμα -Χρήμα- Εμπόρευμα δηλαδή πώληση ενός εμπορεύματος για την αγορά ενός άλλου. Αντίθετα ο γενικός τύπος του κεφαλαίου είναι Χρήμα- Εμπόρευμα- Χρήμα. Δηλαδή αγορά για πώληση με κέρδος. Υπεραξία ονομάζει ο Μαρξ αυτή την αύξηση της αρχικής αξίας του χρήματος που μπαίνει στην κυκλοφορία. Αυτή ακριβώς η «αύξηση» μετατρέπει το χρήμα σε κεφάλαιο, που είναι μια ιδιαίτερη, ιστορικά καθορισμένη, κοινωνική σχέση παραγωγής. Η υπεραξία δεν μπορεί να γεννηθεί από την εμπορευματική κυκλοφορία, γιατί η τελευταία ξέρει μόνο την ανταλλαγή ισοδυνάμων, δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε και από την προσαύξηση της τιμής, γιατί οι αμοιβαίες ζημίες και κέρδη  αγοραστών και πωλητών θα ισοφαρίζονταν, εδώ όμως πρόκειται για ένα μαζικό, μέσο, κοινωνικό φαινόμενο και όχι για ένα φαινόμενο ατομικό. Για να αποκτήσει υπεραξία ο κάτοχος των χρημάτων πρέπει να βρει στην αγορά ένα εμπόρευμα που η χρήση του να είναι πηγή αξίας. Ένα τέτοιο εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη του ανθρώπου που η χρήση του, η εργασία είναι παραγωγός αξίας. Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται όπως και η αξία κάθε εμπορεύματος από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που είναι απαραίτητος για την παραγωγή της, δηλαδή από την αξία συντήρησης του εργάτη και της οικογένειάς του. Ωστόσο με την εργασία του ο εργάτης παράγει μέσα σε μια μέρα περισσότερη αξία από αυτή που καταναλώνει για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης. Το περίσσευμα αυτό της αξίας ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Έτσι ο Μαρξ αποκάλυψε το μηχανισμό της εκμετάλλευσης στην κεφαλαιοκρατία φωτίζοντας με μιας όλο το φάσμα της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού.
  • · Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας: Η ασυνέπεια του γαλλικού υλισμού οδήγησε το Μαρξ στην εναρμόνιση της επιστήμης της κοινωνίας με την υλιστική βάση και στην επανασυγκρότησή της πάνω στη βάση αυτή. Ο υλισμός εξηγεί τη συνείδηση από το είναι άρα και στην εξήγηση της κοινωνικής συνείδησης πρέπει να ξεκινήσουμε από το κοινωνικό είναι. Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι, έρχονται σε καθορισμένες αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους σχέσεις, σε σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή με ότι αποτελεί τη νομική έκφραση αυτού του πράγματος- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές έχουν μετατραπεί σε δεσμά τους. Τότε ξεκινά μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται αργά η γρήγορα όλο το τεράστιο εποικοδόμημα.
Η νέα ιστορική αντίληψη εξάλειψε δύο βασικές ανεπάρκειες των προηγούμενων ιστορικών θεωριών. Οι προηγούμενες θεωρίες στην καλύτερη περίπτωση εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων, δεν ερευνούσαν τι είναι αυτό που γεννά αυτά τα κίνητρα, δεν συλλαμβάνανε την αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων. Οι προηγούμενες θεωρίες δεν έπαιρναν υπ’ όψιν τους τη δράση των μαζών του πληθυσμού ενώ ο ιστορικός υλισμός έδωσε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ερευνηθούν, με ακρίβεια που χαρακτηρίζει τις φυσικοϊστορικές επιστήμες, οι κοινωνικοί όροι της ζωής των μαζών και οι αλλαγές αυτών των όρων.
Ο μαρξισμός έδειξε το δρόμο για μια καθολική, ολόπλευρη μελέτη του προτσές γέννησης, της ανάπτυξης και της παρακμής των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, έδειξε το δρόμο για την επιστημονική μελέτη της ιστορίας σαν διαδικασίας που κυριαρχείται από νομοτέλεια σε όλη την τεράστια από πολλές πλευρές αντιφατικότητά του.
Με λίγα λόγια ο Μπακούνιν βρισκόταν ο ίδιος πίσω από τη δικιά του εποχή. Η μέθοδος του είναι ποιοτικά κατώτερα από τη μαρξική. Συνεπώς όταν τίθεται το ζήτημα επιμέρους σύγκρισης των δύο αντιλήψεων η διαφορά είναι εξόφθαλμη τόσο που ο Γ. Πλεχάνοφ είχε φτάσει να πει «ο αναρχισμός δε θα έχει ποτέ καμία σοβαρή επίδραση στο προλεταριάτο. Επειδή η ιστορία απέδειξε το λάθος του θα προτιμούσαμε να θίξουμε συγκριτικά ορισμένες πλευρές της θεωρίας του αναρχισμού.
ΚΡΑΤΟΣ- ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

«Το κράτος σύμφωνα με το συγγραφέα προέκυψε από τη φιλοδοξία μερικών ατόμων τα οποία καθιέρωσαν την εκμετάλλευση και την υποδούλωση σαν κυριαρχικό κανόνα με την πράξη τους αυτή.
Από την άλλη το κράτος προέκυψε σαν αφαίρεση που εκπροσωπεί τη λαϊκή θέληση και το κοινό καλό και η οποία στη συνέχεια επιβάλλεται πάνω στους ανθρώπους με σκοπό τη διεύθυνσή τους βάση του γενικού αυτού καλού. Για την επιβολή αυτή απαραίτητη είναι μια τάξη που θα ασχολείται με την επιβολή της αφαίρεσης.»
Σύμφωνα με τους κλασσικούς, το κράτος δεν αποτελεί έναν ανεξάρτητο – αυθύπαρκτο σχηματισμό της κοινωνίας μας ούτε επιβλήθηκε βουλησιαρχικά όπως αποδεικνύει ο Ένγκελς στο Αντί-Ντίρινγκ. Αντιθέτως έκανε την εμφάνισή του σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας ως νομοτελειακό αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, της εμφάνισης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και  τελικά της γέννησης των τάξεων και της ταξικής πάλης.
Αρχικά διάφορες ομάδες ανθρώπων με κοινά οικονομικά συμφέροντα (τάξεις) θέλησαν να ιδιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής. Στη συνέχεια όταν έπρεπε να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, χρειάστηκαν κάποια μέσα καταστολής για να τα επιβάλλουν. Έτσι δημιουργήθηκε το κράτος, μέσω του οποίου η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει τα συμφέροντά της στην πλειοψηφία. Άρα το κράτος είναι η πολιτική οργάνωση της οικονομικά κυρίαρχης τάξης.
«Έτσι προκαλείται αυτόματα μια κατάσταση διαρκούς ζήλιας, ανταγωνισμών, πολέμων μεταξύ των λαών. Συνεπώς στη φύση του κράτους είναι η καταστροφή της αλληλεγγύης της ανθρώπινης φυλής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, αν το κράτος θέλει να διατηρηθεί, να πρέπει υποχρεωτικά να γίνει πανίσχυρο και στις διεθνείς αλλά και στις εσωτερικές υποθέσεις. Μπορεί να ζήσει μόνο αν θέσει τον εαυτό του σαν υπέρτατο στοιχείο ζωής των υπηκόων του, διαμορφώνοντας μια ιδιαίτερη ηθική που ονομάζεται πατριωτισμός.
Ωστόσο ποτέ μια μειοψηφία δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί το σύνολο των αναγκών αλλά και των επιθυμιών των υπηκόων της οπότε θα υπάρχουν πάντοτε κάποιοι που θυσιάστηκαν.
Η υποταγή των μαζών μετατράπηκε σε εκμετάλλευση των μαζών για χάρη της άρχουσας μειοψηφίας υπό οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης γιατί ο εργάτης αποτελούσε συνεχώς τον τελευταίο «τροχό της άμαξας» στην παραγωγική διαδικασία.

Το κράτος επιβάλει έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής. Επομένως η εκμετάλλευση της αδύναμης τάξης γίνεται μέσα από αυτή τη διαδικασία, αφού τα μέσα παραγωγής  βρίσκονται στην κατοχή της κυρίαρχης τάξης. Συγκεκριμένα ο Μαρξ με τη θεωρία της υπεραξίας απέδειξε ότι η ιδιοποίηση απλήρωτης δουλειάς είναι ο τρόπος εκμετάλλευσης του εργάτη στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Χρησιμοποιώντας τους όρους πάντα συγκεκριμένα ο Μαρξ δε συγχέει την εκμετάλλευση με τη διεύθυνση. Αν η εκμετάλλευση ταυτίζεται με την έννοια διεύθυνση τότε συγκαλύπτεται από τον Μπακούνιν η σημερινή μορφή εκμετάλλευσης και προκύπτει ότι και στην αναρχική κοινωνία του θα υπάρχει εκμετάλλευση αφού η χειρωνακτική εργασία θα είναι υποχρεωτική.
Συνεχίζοντας ο ανταγωνισμός των ξεχωριστών παραγωγών αποδεικνύεται επιστημονικά βάση της αναρχίας της παραγωγής και αντανακλάται στο επίπεδο του ανταγωνισμού μεταξύ κρατών ή συνασπισμών κρατών. Συνεπώς ο ανταγωνισμός των κρατών δεν προκύπτει από την προσωπική εμπάθεια των διαχωρισμένων λαών. Από την άλλη η καταπίεση της υφιστάμενης την εκμετάλλευση τάξης στο εσωτερικό του κράτους δεν οφείλεται στη διάσπαση της ανθρώπινης αλληλεγγύης αλλά σε οικονομικά αίτια διατροφής της κυρίαρχης τάξης.
«Έτσι η πολιτική συνείδηση που διαμορφώθηκε για την άρχουσα τάξη είναι η δεσποτική οργάνωση, και η πολιτική συνείδηση των μαζών είναι μόνιμα η τάση προς επανάσταση.
Μια τέτοια θεώρηση δεν ισχύει καθώς δεν μπορεί να εξηγήσει το σημερινό κοινωνικό καθεστώς. Οι μάζες για να επαναστατήσουν πρέπει να διαπαιδαγωγηθούν σωστά. Μάλιστα η ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής δημιουργεί τις οικονομικές προϋποθέσεις εξαγοράς των εργατών και απόσπασής τους από τον αγώνα εναντίον της αστικής τάξης. Επομένως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το προλεταριάτο βρίσκεται πάντα σε επαναστατική ετοιμότητα.

Ο Μπακούνιν θεωρεί την ατομική κληρονομική ιδιοκτησία θεσμό του κράτους το οποίο είναι αυτό που εγγυάται την ύπαρξή της και την ύπαρξη όλου του δικαίου σχετικά με αυτή. Θεωρεί ότι η κληρονομική ατομική ιδιοκτησία είναι αυτή που δημιουργεί τις τάξεις, ύστερα και από την επίδραση της τύχης, και μετά το προπατορικό αμάρτημα της αυθαίρετης ιδιοποίησης. Η δημιουργία των τάξεων είναι η προϋπόθεση της εκμετάλλευσης, η οποία νομιμοποιείται με το κράτος και η οποία είναι σύμφυτη με την ύπαρξη κράτους λόγω της θέσης του χειρωνακτικού εργάτη στην παραγωγή. Η αστική τάξη εμφανίζεται αλληλέγγυα απέναντι στην εκμετάλλευση, εξασφαλίζοντας τους δύο πρωταρχικούς όρους ανάπτυξης του καπιταλισμού, τον συγκεντρωτισμό και την υποταγή του λαού στην κυβερνητική μειοψηφία. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο συγγραφέας αναγνωρίζει το δικαίωμα σε ατομική ιδιοκτησία.

Όλος ο συλλογισμός του Μπακούνιν είναι λανθασμένος. Η κυριαρχία της αστικής τάξης και η εκμετάλλευση του προλεταριάτου βασίζονται στην ύπαρξη του δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι αυτή που εξασφαλίζει στον κεφαλαιοκράτη το δικαίωμα να ιδιοποιηθεί μέρος της δουλειάς του εργάτη. Άλλωστε ακόμα και με την κατάργηση της κληρονομικής ιδιοκτησίας, χωρίς την ταυτόχρονη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας η αστική τάξη θα συνέχιζε να αναγεννάται μέσω ακριβώς της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Έχοντας αναλύσει επιστημονικά τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και στα πλαίσια της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας ο Μαρξ αναφέρει: «Μόνο ο αντικειμενικός υπολογισμός του συνόλου των αμοιβαίων σχέσεων όλων χωρίς εξαίρεση των τάξεων μιας δοσμένης κοινωνίας, συνεπώς και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων της αντικειμενικής βαθμίδας ανάπτυξης αυτής της κοινωνίας  και ο υπολογισμός των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σ’ αυτή και τις άλλες κοινωνίες μπορεί ν’ αποτελέσει τη βάση μιας σωστής τακτικής της πρωτοπόρας τάξης.» Ας εξετάσουμε τώρα πόσο φτωχές φαίνονται απέναντι σε αυτή τη θέση οι αιτιάσεις του Μπακούνιν.
Ας δούμε πως διαφοροποιείται ο ρόλος του επαναστάτη ανάλογα με τις δύο αντιλήψεις και πως αυτό εκφράζεται στα επίπεδα της ταξικής πάλης:
Ο ρόλος του επαναστάτη σύμφωνα με το συγγραφέα είναι α) η επεξεργασία και το ξεκαθάρισμα ιδεών που ανταποκρίνονται στο λαϊκό αίσθημα, β) η διαφύλαξη των μη πολιτικών θέσεων της διεθνούς γ) η οργάνωση της επαναστατικής φυσικής δύναμης των μαζών με στόχο την οργάνωση της κοινωνικής και όχι της πολιτικής εξουσίας.
Αντίθετα σύμφωνα με το Μαρξ ο ρόλος του επαναστάτη είναι α) η επεξεργασία και το ξεκαθάρισμα θέσεων σύμφωνα με τους υλικούς αντικειμενικούς όρους της κοινωνίας, β) η οργάνωση της εργατικής τάξης με στόχο την πολιτική εξουσία. Ο Μαρξ απορρίπτει μάλιστα το «λαϊκό αίσθημα» ως μη αντικειμενικό με την εξής θέση: « Όπως δεν κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του έτσι δεν μπορούμε να κρίνουμε και μια κοινωνία  ειδικά σε περίοδο κοινωνικής επανάστασης από τη γνώμη που έχει αυτή για τον εαυτό της.»
Θεωρητικό επίπεδο: Στο θεωρητικό επίπεδο η διεθνής θα ασχολείται με την επεξεργασία του πανανθρώπινου ιδεώδους ώστε να γίνεται ευκολότερα κατανοητό στις μάζες και θα επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση φιλοσοφικών ιδεών χωρίς όμως να υιοθετεί κάποιες από αυτές σαν επίσημη και υποχρεωτική θέση.
…Μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό να συλλάβει την ποικιλία των ζητημάτων της παγκόσμιας κοινωνικής επανάστασης ενώ κανένα πρόσωπο ή ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να τα συλλάβει στο σύνολό τους.
… Η βάση ανάπτυξης του κινήματος είναι αποτέλεσμα της αυθόρμητης ανάπτυξής του και των πραγματικών συνθηκών της ζωής.
Σ’ αυτό το επίπεδο ταξικής πάλης θεμελιώνεται επιστημονικά η δράση του επαναστατικού φορέα, που δεν είναι άλλος από το προλεταριάτο. Επίσης σε αυτό το επίπεδο τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα αλλά και η δυνατότητα της επανάστασης της εργατικής τάξης, όπως αυτή προκύπτει από τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής. Μ’ αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται η επαναστατική συνείδηση της εργατικής τάξης.
Βέβαια φορέας της επιστήμης δεν είναι η εργατική τάξη, αλλά η αστική διανόηση. Έτσι αναπόφευκτα η επαναστατική συνείδηση του προλεταριάτου αναπτύσσεται εκτός του πλαισίου της εργατικής τάξης. Αναπτύσσεται από ένα ευρύτερο επαναστατικό κομμάτι της κοινωνίας κι όχι αυθόρμητα από μια γέννηση μέσα στο κίνημα. Κάτι τέτοιο οδηγεί σε πλήρη υποταγή του ριζοσπαστικού τμήματος της κοινωνίας στην αστική ιδεολογία. Ο Β. Ι. Λένιν επεξεργάστηκε αναλυτικά τη σχέση μεταξύ συνειδητού και αυθόρμητου στο βιβλίο του «Τι να κάνουμε;»σε συμφωνία με τη διαλεκτική της ιστορικής διαδικασίας.
Πολιτικό επίπεδο: Η διεθνής αυτή ένωση καθώς αντιπαλεύει τον κρατισμό απορρίπτει κάθε πολιτική δράση που δεν έχει σαν άμεσο στόχο το θρίαμβο των εργαζομένων πάνω στον καπιταλισμό.
…Επίσης η εργατική τάξη είναι πολιτικά υποταγμένη συνεπώς είναι αδύνατο να αποκτήσει κυριαρχία- αυτονομία στο πολιτικό πεδίο. Θα περιοριστεί αναγκαστικά σε δορυφόρο της αστικής μπουρζουαζίας και θα διαφθαρεί τόσο αυτή αλλά ιδίως οι πολιτικοί της εκπρόσωποι που θα επιδιώξουν απλά μερίδιο στην εκμετάλλευση.

Η πολιτική αυτονομία της εργατικής τάξης δεν είναι ανέφικτος στόχος. Ο Μπακούνιν θεμελιώνει την αντίθετη θέση στην άποψη ότι οι αντιπρόσωποι των εργατών θα διαφθαρούν και θα συρθούν αναγκαστικά πίσω από την αστική τάξη. Παρ’ όλα αυτά εκθειάζει την τακτική των τρέιντ – γιουνιονς την καθαρά αστική πολιτική στο εργατικό κίνημα. Ο Μπακούνιν θεωρεί αδιανόητη τη συγκρότηση προλεταριακού κόμματος ανεξάρτητου από τα υπόλοιπα αστικά κόμματα προσφέροντας μεγάλη υπηρεσία στην αστική τάξη καθώς κάθε ταξικός αγώνας καταλήγει να γίνει αγώνας πολιτικός.
Οικονομικό επίπεδο: Σε αυτό το επίπεδο η ένωση θα επιδιώκει την αυθόρμητη οργάνωση της παγκόσμιας οικονομικής αλληλεγγύης και του οικονομικού αγώνα του προλεταριάτου το οποίο δεν αποτελεί τάξη, που επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία, σε μια παγκόσμια συνομοσπονδία.
« Οι εργατικές ενώσεις προσφέρουν καλή υπηρεσία αντίστασης ενάντια στους σφετερισμούς του κεφαλαίου. Αποτυγχάνουν μερικά  στο σκοπό τους, όταν δεν κάνουν σωστή χρήση της δύναμής τους. Αποτυγχάνουν ολοκληρωτικά στο σκοπό τους όταν περιορίζονται σε ένα μικροπόλεμο ενάντια στα αποτελέσματα του σημερινού συστήματος, αντί να προσπαθούν ταυτόχρονα να το αλλάξουν, αντί να χρησιμοποιούν τις οργανωμένες τους δυνάμεις σαν ένα μοχλό για την τελική απελευθέρωση της εργατικής τάξης, δηλαδή για την οριστική κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας.
…Όταν η περιφρούρηση των συνδικάτων θα γίνει πιο σημαντική για τους εργάτες από την περιφρούρηση των μισθών τους, θα φτάσει ο αγώνας τους να έχει πολιτικά χαρακτηριστικά…»
Οι προϋποθέσεις της κοινωνικής επανάστασης είναι σύμφωνα με το συγγραφέα η φτώχεια, η απόγνωση, η γνώση του πανανθρώπινου ιδεώδους της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, η ύπαρξη πολυάριθμου λούμπεν- προλεταριάτου το οποίο θα είναι το υποκείμενο της επαναστατικής διαδικασίας και πρέπει να έχει ιδιαίτερα επαναστατική και έξυπνη φύση.
Οι προϋποθέσεις εμφάνισης μιας κοινωνικής επανάστασης έχουν πάντα οικονομικά αίτια. Οι κοινωνικές επαναστάσεις εμφανίζονται όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου βαθμού ανάπτυξής τους.
Οι επαναστάσεις υπήρξαν σημαντικοί σταθμοί της εξέλιξης της ιστορίας, καθώς η κοινωνία περνούσε από ένα οικονομικό σύστημα σε ένα άλλο προοδευτικότερο. Αφορούν και τα τρία επίπεδα πάλης των τάξεων, το ιδεολογικό, το πολιτικό και το οικονομικό.
ΑΝΑΡΧΙΑ- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ- ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Η κοινωνική επανάσταση καταργεί το κράτος και την εκκλησία εγκαθιδρύει την ισότητα, την αυθόρμητη οργάνωση της οικονομικής αλληλεγγύης και την ελευθερία που αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση της αναρχικής κοινωνίας.
Σύμφωνα με το Μαρξ η κρατική μηχανή που έχει συντριβεί πρέπει να αντικατασταθεί με την οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη. Συνεπώς το κράτος δεν καταργείται αμέσως με το τέλος μιας επανάστασης. Εκείνο που καταργείται είναι το αστικό κράτος. Τη θέση του παίρνει το εργατικό κράτος, που στόχο έχει την κατάκτηση της δημοκρατίας και της ελευθερίας για τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία. Το κράτος περιορίζεται συνεχώς καθώς σβήνει η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής μέσω ενός προκαθορισμένου σχεδίου. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται τελικά κύριος της μορφής της κοινωνικής ζωής του γίνεται ελεύθερος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του Μπακούνιν γα την ελευθερία σύμφωνα με την οποία  η ελευθερία στην αναρχική κοινωνία θα είναι απόλυτη και απεριόριστη καθώς το κράτος θα έχει καταργηθεί. Καθώς όμως οι νόμοι της φύσης αλλά και της κοινωνίας υπάρχουν και δρουν είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, η ελευθερία καταλήγει τελικά να είναι η γνώση των νόμων αυτών και η συνειδητή χρησιμοποίησή τους για την επίτευξη των στόχων που θέτουμε
Vankas
C.C.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου