Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωτήρης Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ποιος θυμάται τη Λίντα Κατέχη;

πηγή: alfavita.gr
του Παναγιώτη Σωτήρη

Μια ομάδα ειρηνικών διαδηλωτών κάθεται στο οδόστρωμα εντός μιας πανεπιστημιούπολης. Ένας αστυνομικός πλησιάζει και αρχίζει να τους ψεκάζει έναν-έναν, σχεδόν εξ επαφής, με δακρυγόνο παρά τις φωνές πόνου και διαμαρτυρίας που ακούγονται. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την βίαιη απομάκρυνσή τους από το οδόστρωμα. Η ανατριχιαστική αυτή σκηνή έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Davis ύστερα από αίτημα της πρυτάνεως Λίντας Κατέχη προς την αστυνομία να διαλύσει ειρηνική κινητοποίηση που ήταν σε εξέλιξη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι έχει ξεσπάσει πρωτοφανής σάλος, με το σχετικό βίντεο να έχει κάνει το γύρο του Κόσμου και τους φοιτητές να είναι εξοργισμένοι. Σε μια κίνηση σπάνια για τα αμερικανικά πανεπιστήμια την παραίτηση της Λίντας Κατέχη ζήτησαν ακόμη και οι ενώσεις των καθηγητών.

Όλα αυτά θα ήταν ένα ακόμη παράδειγμα για το πού μπορεί να οδηγήσει η πλήρως επιχειρηματική και αυταρχική λογική για την ανώτατη εκπαίδευση που εδώ και αρκετά χρόνια ηγεμονεύει στις ΗΠΑ, εάν η Λίντα Κατέχη δεν είχε υπάρξει επικεφαλής της εννιαμελούς επιτροπής Διεθνών Εμπειρογνωμόνων που είχε συγκροτήσει το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας για την αναμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Θυμίζουμε ότι οι προτάσεις της Επιτροπής αναπαρήγαγαν τη ρητορεία περί ανταγωνιστικότητας και «Αριστείας», ζητούσαν περισσότερη αυτονομία για τα Πανεπιστήμια, τον περιορισμό όλων των μορφών δημοκρατικής συμμετοχής και την ενίσχυση της «επιχειρηματικότητας». Παρότι, η επιτροπή δεν έπαιξε τον «καταλυτικό» ρόλο που αρχικά της είχε ανατεθεί, εφόσον η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου ούτως ή άλλως είχε προχωρήσει στη σύνταξη του νέου νόμου, εντούτοις αξιοποιήθηκε στην εκστρατεία υπέρ της «μεταρρύθμισης» της ανώτατης εκπαίδευσης.

Γιατί, όμως, υπήρξαν τόσο έντονες διαμαρτυρίες ενάντια στην Κατέχη; Ο λόγος δεν είναι μόνο η στήριξη που έδωσε στην αστυνομική βαρβαρότητα, έστω και εάν προσπάθησε στη συνέχεια να αποστασιοποιηθεί από την τακτική της αστυνομίας. Είναι και ο πυρήνας της αντιπαράθεσης που είναι σε εξέλιξη στα αμερικανικά πανεπιστήμια σήμερα για το πρόβλημα του σπουδαστικού χρέους.

Τα τελευταία χρόνια τα δίδακτρα στα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, όχι μόνο των ιδιωτικών αλλά και αυτών που είναι ανήκουν στην δικαιοδοσία των Πολιτειών, όπως είναι το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Η αύξηση δεν οφείλεται μόνο στις πολύ μεγάλες περικοπές των δημόσιων προϋπολογισμών, αλλά και στην ολοένα και περισσότερο επιχειρηματική λογική που κυριαρχεί για την αύξηση του κύκλου εργασιών τους. Αυτό μετασχηματίζεται σε μια τεράστια αύξηση του χρέους των φοιτητών, που καλύπτουν τα δίδακτρα με τραπεζικά δάνεια που τα αποπληρώνουν όταν αρχίζουν να εργάζονται. Με δεδομένη την οικονομική κρίση αλλά και τις δυσκολίες εύρεσης εργασίας για αρκετούς αποφοίτους, πολλοί πτυχιούχοι ξεκινούν την καριέρα τους με το βάρος μιας υπερχρέωσης την οποία δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν.
Σήμερα το πρόβλημα του σπουδαστικού χρέους εξελίσσεται σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα στις ΗΠΑ και τροφοδοτεί τις μαζικές κινητοποιήσεις που βλέπουμε να εξελίσσονται ακόμη και στη Μητρόπολη του παγκόσμιου καπιταλισμού, ενώ υπάρχει και μαζικό κίνημα ενάντια στην αποπληρωμή του σπουδαστικού χρέους που θεωρείται μια ακόμη μορφή εκμετάλλευσης.
Είναι σαφές ότι ακόμη και στη χώρα που διαμόρφωσε το πρότυπο της επιχειρηματικής ανώτατης εκπαίδευσης, η πολιτική αυτή περνάει βαθιά κρίση. Αυτό συμβολίζει η αυξανόμενη οργή ενάντια σε πανεπιστημιακά στελέχη όπως η Λίντα Κατέχη. Ότι στην Ελλάδα τέτοιους ακαδημαϊκούς τους αντιμετωπίζουμε ως τους σωτήρες του Πανεπιστημίου, είναι ένα ακόμη παράδειγμα του πόσο επικίνδυνοι είναι αυτοί που σχεδιάζουν τις Πανεπιστημιακές «μεταρρυθμίσεις».


 

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Ανώτατη Εκπαίδευση: Να δώσουμε τη μάχη με όλες μας τις δυνάμεις!

πηγή: Αριστερό Βήμα
του Παναγιώτη Σωτήρη

Η εντυπωσιακή συναίνεση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΛΑΟΣ στο νόμο για την ανώτατη εκπαίδευση, αποτυπώνει τη βαθύτερη σύμπνοια των αστικών κομμάτων στη στρατηγική της επιχειρηματική ανώτατης εκπαίδευσης και την αυταρχική αντιμετώπιση της νεολαίας.
Στόχος είναι η βίαιη προσαρμογή της ανώτατης εκπαίδευσης στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης, στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Δεν αφορά απλώς τη διοίκηση ή την οργάνωση των σπουδών, αλλά τον πυρήνα του προσανατολισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το DNA της όπως προκλητικά δήλωσε η Διαμαντοπούλου: πλήρης εφαρμογή της Μπολόνια, των τριών κύκλων σπουδών και του ατομικού φακέλου προσόντων, δεσμευτική παρουσία του κόσμου των επιχειρήσεων στη διοίκηση των πανεπιστημίων, αξιοποίηση της στροφής προς ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης για την παραγωγικοποίηση της έρευνας και των παρεχόμενων ειδικοτήτων, γενίκευση της επιχειρηματικής κουλτούρας,  χρηματοδοτική ασφυξία και εμπέδωση της ανταποδοτικότητας, εξοστρακισμός της κριτικής σκέψης και της ριζοσπαστικής πολιτικής δράσης. Η φοιτητική συμμετοχή καταργείται και το ανώτατο όριο λήψης πτυχίου στέλνει το μήνυμα: μην ασχολείστε με το συνδικαλισμό, μην κινητοποιείστε, μην δραστηριοποιείστε πολιτικά, γιατί δεν θα πάρετε πτυχίο.
Η απαξίωση της ανώτατης εκπαίδευσης, η εχθρότητα προς το πανεπιστήμιο, ο ιδιότυπος αστικός αντιδιανοουμενισμός αντανακλούν τον αγοραίο κυνισμό του πολιτικού συστήματος, σε μια συγκυρία βαθιάς κρίσης και συνάμα αντικοινωνικού παροξυσμού της αστικής τάξης. Στην Ελλάδα που θεωρεί εναλλακτικές καλλιέργειες τα… φωτοβολταϊκά και σπεύδει να σχεδιάσει αυτοκινητοδρόμους την ώρα που διαλύει το σιδηρόδρομο και τις δημόσιες συγκοινωνίες, που θεωρεί τη βασική έρευνα εξωτικό είδος, που θεωρεί ότι τα γράμματα, ο πολιτισμός και η ιστορική μνήμη έχουν νόημα μόνο ως τουριστικά προϊόντα, το Πανεπιστήμιο της κριτικής σκέψης και της κοινωνικά προσανατολισμένης έρευνας θεωρείται περιττή πολυτέλεια.
Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου δεν αποτελεί μόνο αυταρχικό συμπλήρωμα αυτής της μετάλλαξης. Εκφράζει την επιδίωξη να ξεμπερδεύουν με το ριζοσπαστικό δημοκρατικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης. Θέλουν να πάψει η φοιτητική νεολαία να δίνει το στίγμα των νικηφόρων κινητοποιήσεων, των κινημάτων που ανατρέπουν νόμους και αποτελούν παραδείγματα αποτελεσματικής συλλογικής δράσης.
Ο νόμος δεν αφορά μόνο την «πανεπιστημιακή κοινότητα» αλλά το σύνολο της κοινωνίας: τους γονείς που θα κληθούν να πληρώσουν δίδακτρα, τους νέους που θα παραδίδονται στη βαρβαρότητα της αγοράς εργασίας χωρίς κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα, τα κινήματα που θα δουν τα πανεπιστήμια από χώρους ζύμωσης, κριτικής σκέψης και συλλογικής δράσης να γίνονται πεδία δράσης των δυνάμεων καταστολής και των εταιρειών. Γι’ αυτό και είναι γελασμένη η κυβέρνηση, εάν νομίζει ότι θα απομονώσει το φοιτητικό κίνημα από την αγωνιζόμενη κοινωνία.
Το εντυπωσιακό κύμα φοιτητικών καταλήψεων σε όλη την Ελλάδα στέλνει μήνυμα ελπίδας. Αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου κύκλου εκρήξεων της νεολαίας σε όλο τον κόσμο, μιας νεολαίας που αντιμετωπίζεται περισσότερο παρά ποτέ σαν αναλώσιμη, όπως έδειξαν οι κινητοποιήσεις στην Αγγλία το χειμώνα και στη Χιλή τώρα. Αποτελεί πλευρά του παλλαϊκού ξεσηκωμού ενάντια στο Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο.
Σε αυτή τη συγκυρία είναι επιτακτικό οι σύλλογοι ΔΕΠ να προχωρήσουν σε απεργιακό αγώνα διαρκείας. Ο αγώνας των φοιτητών δεν πρέπει να μείνει μόνος. Σίγουρα είναι σημαντικό τα όργανα των πανεπιστημίων να δηλώσουν την ανυπακοή στην εφαρμογή του νόμου, κάνοντας σαφές ότι όσες/οι στελεχώσουν τα όργανα είναι ακαδημαϊκοί δωσίλογοι, όμως τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αγωνιστική δράση για την ανατροπή και την κατάργηση του νόμου. Ούτε θα έχουν τύχη οι προσπάθειας δικαστικής αμφισβήτησης, εάν δεν συμπίπτουν με ένα ρωμαλέο κίνημα στους δρόμους και τις σχολές. Όταν οι «ανοιχτές σχολές» γίνεται πολεμική κραυγή του αντιπάλου, η απεργία γίνεται μονόδρομος.
Οι δυνάμεις της Αριστεράς, λόγω και της βαρύτητας που έχουν στα κινήματα της ανώτατης εκπαίδευσης, έχουν ιστορική ευθύνη. Δεν βοηθούν τον αγώνα ούτε ο σεχταρισμός και η διάσπαση, ούτε η άρνηση να προχωρήσουμε τώρα σε απεργίες στους Συλλόγους ΔΕΠ, ούτε η οχύρωση πίσω από τους Πρυτάνεις ή τις όποιες απόπειρες θεσμικής αμφισβήτησης. Αντίθετα, η κοινή ανατρεπτική δράση όλων των αγωνιστικών δυνάμεων μέσα στα Πανεπιστήμια με άνοιγμα στα σωματεία, στα σχολεία και τις πλατείες της οργής, μπορεί να δώσει νικηφόρα ορμή στους αγώνες. Να κλείσουμε τα πανεπιστήμια στην επέλαση της αγοράς, να τα ανοίξουμε στους αγώνες και τις αγωνίες της κοινωνίας. Με εκδηλώσεις, με πολύμορφες παρεμβάσεις, με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.
38 χρόνια πριν η εικόνα του τανκ μπροστά στην πύλη του Πολυτεχνείου στοίχειωσε για πάντα τη λαϊκή συνείδηση. Σήμερα θέλουν να ξαναγράψουν την ιστορία, να συντρίψουν τις αντιστάσεις, να αναιρέσουν κάθε εργατική και λαϊκή κατάκτηση. Στο δικό μας χέρι είναι να παλέψουμε, ώστε αυτή τη φορά τα τεθωρακισμένα της «δικτατορίας των αγορών» να αναγκαστούν να κάνουν αναστροφή μπροστά στις πύλες των αγωνιζόμενων Πανεπιστημίων.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πριν» στις 11/09/2011

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Ανώτατη Εκπαίδευση: Ή αυτοί ή εμείς

του Παναγιώτη Σωτήρη

Τριάντα χρόνια συσσωρευμένης απέχθειας για οτιδήποτε κατέκτησε το φοιτητικό και το πανεπιστημιακό κίνημα βρίσκουν την έκφρασή τους στο νομοθετικό έκτρωμα που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Παιδείας. Με μεθοδικότητα κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου το νομοσχέδιο επιδιώκει να αποδομήσει την ίδια την κατοχυρωμένη από δεκαετίες έννοια της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης και να επιβάλει μια βίαιη «αλλαγή παραδείγματος» και την πλήρη μετάβαση στην επιχειρηματική ανώτατη εκπαίδευση.
Καταρχάς, η προτεινόμενη «μεταρρύθμιση» σφραγίζεται από την αναγόρευση του αυταρχικού και ιεραρχικού τρόπου διοίκησης των επιχειρήσεων σε απόλυτο πρότυπο διαχείρισης των Πανεπιστημίων.  Ο παντοδύναμος Πρύτανης – μάνατζερ θα λειτουργεί ως διευθύνων σύμβουλος, θα συγκεντρώνει το σύνολο των αρμοδιοτήτων, λογοδοτώντας μόνο στο Συμβούλιο Διοίκησης, ενώ η Σύγκλητος γίνεται διακοσμητική. Ο Πρύτανης αποφασίζει, το Συμβούλιο εγκρίνει και η Σύγκλητος «γνωμοδοτεί», αυτή θα είναι πλέον η διαδικασία. Αντί για αιρετά όργανα που λογοδοτούν σε όσους τα ανέδειξαν κυριαρχεί η λογική του διορισμού, οδηγώντας στην υποχρεωτική παρουσία διορισμένων μελών στο «Συμβούλιο» και στο διορισμένο και όχι εκλεγμένο Πρύτανη. Η φοιτητική συμμετοχή πρακτικά καταργείται και οι φοιτητικοί σύλλογοι στερούνται τη δυνατότητα να ορίζουν τους αντιπροσώπους τους. Ουσιαστικά, οι διαδικασίες απόφασης «αποστειρώνονται» από την ενοχλητική παρουσία του φοιτητικού κινήματος και των εκπροσώπων των υπόλοιπων εργαζομένων μέσα στο Πανεπιστήμιο. Ο «οργανισμός» κάθε ΑΕΙ ανάγεται σε ένα πραγματικό «παρασύνταγμα» μέσα σε κάθε ίδρυμα, αφού αυτός θα ορίζει κρίσιμες διαδικασίες και θα επιβάλει τη συμμόρφωση με την επιχειρηματική λογική για την ανώτατη εκπαίδευση.
Την ίδια στιγμή εντονότερος παρά ποτέ θα είναι ο κρατικός παρεμβατισμός στη διοίκηση. Σε πείσμα όλων των αναφορών σε «αυτοτέλεια» των ΑΕΙ, αυτά θα εξαρτώνται από τόσο από το εάν η παντοδύναμη Ανεξάρτητη Αρχή για διασφάλιση της ποιότητας θα δίνει αφενός τη πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών αφετέρου θετικές αξιολογήσεις, από τις οποίες θα εξαρτάται και μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης. Στην πραγματικότητα περισσότερο παρά ποτέ πηγαίνουμε σε μια βίαιη επιβολή ενός συγκεκριμένου προτύπου σπουδών προσανατολισμένο σε κατευθύνσεις τεχνοκρατικές και αγοραίες. Όσο και να προσπάθησαν να μας πείσουν για τον «ακαδημαϊκό» και «βελτιωτικό» χαρακτήρα της αξιολόγησης, τώρα αποδεικνύεται ο βαθιά αντιδραστικός, φρονηματικός και τιμωρητικός χαρακτήρας που θα έχει.
Ως προς τα πτυχία ολοκληρώνεται η πορεία που οδηγει από το πτυχίο στον ατομικό φάκελο προσόντων και τη διάλυση των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Η μετάβαση από τα Τμήματα στις «Σχολές» με τα ευέλικτα προγράμματα σπουδών, η εισαγωγή συστήματος πιστωτικών μονάδων, η πλήρης εμπέδωση της λογικής της διαδικασίας της Μπολόνια και των τριών κύκλων σπουδών, η ρητή δυνατότητα πτυχίων σε 3 χρόνια συγκλίνουν σε αυτή την κατεύθυνση. Την ίδια ώρα που η ανεργία των νέων εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη και οι εργασιακές σχέσεις κατρακυλούν στη βαρβαρότητα, οι αυριανοί πτυχιούχοι θα μπουν στην αγορά εργασίας χωρίς κατοχυρωμένα συλλογικά δικαιώματα, περισσότερο εξατομικευμένοι και απροστάτευτοι παρά ποτέ.
Την ίδια στιγμή τα Πανεπιστήμια εξωθούνται σε ανταποδοτικές και επιχειρηματικές πρακτικές. Ακόμη και εάν δεν ισχύσουν οι αναφορές σε κατάργηση και τυπικά της δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης, μόνο με εισαγωγή διδάκτρων (ξεκινώντας από τις πρακτικές δια βίου και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης) θα μπορέσουν τα ΑΕΙ να αντιμετωπίσουν τη χρηματοδοτική ασφυξία που φέρνει όχι μόνο το Μνημόνιο αλλά και ο νέος τρόπος χρηματοδότησης, καθώς το Δημόσιο θα εγγυάται μόνο μικρό μέρος της χρηματοδότησης (υπό την προϋπόθεση της θετικής αξιολόγησης και προσφερόμενο στη βάση «αντικειμενικών» κριτηρίων). Κατά συνέπεια αναγκαστικά θα έχουμε ανάπτυξη επιχειρηματικών  πρακτικών σε ό,τι αφορά την έρευνα, την εμπορία ευρεσιτεχνιών, την «αξιοποίηση» της περιουσίας των ιδρυμάτων. Ταυτόχρονα, θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο η πίεση προς τους διδάσκοντες να φέρνουν ανταγωνιστικά προγράμματα, καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα ενισχύεται η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων, σε βάρος της κριτικής επιστημονικής έρευνας. Όσοι κλάδοι και αντικείμενα δεν κατορθώνουν να κερδίσουν «χορηγίες», θα αντιμετωπίζουν την προοπτική του οριστικού μαρασμού.
Σε ένα τέτοιο πανεπιστήμιο λογικό είναι να υπάρχει ένας παροξυσμός αυταρχισμού απέναντι στα κινήματα. Η τρομαχτική μείωση της φοιτητικής συμμετοχής, η αφαίρεση από τους φοιτητικούς συλλόγους του δικαιώματος να ορίζουν τους αντιπροσώπους τους, η στέρηση από όλους τους υπόλοιπους εργαζομένους στα ΑΕΙ να έχουν εκπροσώπους στα όργανα διοίκησης, η κατάργηση ουσιαστικά του πανεπιστημιακού ασύλου, η διαγραφή όσων φοιτητών καθυστερούν να πάρουν το πτυχίο τους, οι ακόμη πιο αυστηροί οργανισμοί και εσωτερικοί κανονισμοί, όλα αυτά επιδιώκουν να επιβάλουν ένα κλίμα πειθάρχησης απέναντι στην ενοχλητική ανορθογραφία που αποτέλεσε πάντα το φοιτητικό αλλά και ευρύτερα το πανεπιστημιακό κίνημα. Το όραμα των εμπνευστών του νόμου είναι ένα πανεπιστήμιο στο οποίο δεν θα γίνονται συνελεύσεις, δεν θα γίνονται αποχές, καταλήψεις και απεργίες, δεν θα διακόπτεται ποτέ η έρευνα και η αστυνομία θα μπαινοβγαίνει όποτε θέλει.
Όλα αυτά συνδυάζονται και με μια ριζική υποβάθμιση και κατηγοριοποίηση του διδακτικού προσωπικού. Η μονιμότητα τίθεται υπό αίρεση αφού και οι πρωτοβάθμιοι καθηγητές θα υπόκειται σε περιοδική αξιολόγηση. Ο νέος τρόπος εκλογής και εξέλιξης θα ενισχύσει πρακτικές ιδεολογικού ελέγχου και θα επιτείνει την ανασφάλεια. Η διαρκής αναφορά σε κριτές εξωτερικού (ακόμη και στην αξιολόγηση διδακτορικών διατριβών) συμπυκνώνει μια ιδιότυπη εκδοχή εκούσιας ακαδημαϊκής αποικιοκρατίας. Η δημόσια επιχορήγηση θα αφορά μόνο τη βασική μισθοδοσία, ενώ ανάλογα με τα έσοδά τους τα πανεπιστήμια θα μπορούν να προσφέρουν και «bonus» ενισχύοντας πρακτικές κατηγοριοποίησης. Την ίδια στιγμή η επισφάλεια θα ενισχυθεί με το νέο θεσμό των συμβασιούχων εντεταλμένων διδασκαλίας που θα αντικαταστήσουν τους λέκτορες.
Είναι σαφές ότι εάν όλα αυτά θεσπιστούν, θα μιλάμε για το τέλος της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.  Αυτό αφορά κάθε πλευρά της: την εργασιακή και ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια που υπονομεύεται, το μορφωτικό ρόλο που διαλύεται, την εργασιακή προοπτική των πτυχιούχων που είναι στον αέρα. Δεν πρόκειται απλώς για ονειρώξεις κάποιων εμμονικών νεοφιλελεύθερων. Μιλάμε για ένα νόμο που πρόκειται να ψηφιστεί και αναιρεί ένα βασικό κοινωνικό αγαθό. Γι’ αυτό και πρέπει να αναλογιστούμε την ευθύνη μας. Δειλά - δειλά οι δυνάμεις του ακαδημαϊκού δωσιλογισμού βγαίνουν στο προσκήνιο ανακαλύπτοντας θετικές πλευρές ή ελπίζοντας να πάρουν μερίδιο εξουσίας στη νέα κατάσταση. Ήρθε η ώρα να σηκώσουμε το γάντι της σύγκρουσης: δηλώνοντας την πλήρη ανυπακοή στο νέο νόμο, ανακοινώνοντας τη δέσμευσή μας για υπονόμευση και σαμποτάρισμα κάθε φάσης της εφαρμογής, αποφασίζοντας από τώρα ότι το επόμενο ακαδημαϊκό έτος δεν θα ξεκινήσει γιατί τα Πανεπιστήμια θα είναι κλειστά από απεργίες και καταλήψεις. Η κυβέρνηση του Μνημονίου, του αίματος και της πλήρους υποτέλειας στην Τρόικα είναι βαθιά γελασμένη εάν πιστεύει ότι θα βάλει ταφόπλακα στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Το επερχόμενο ακαδημαϊκό κραχ

του Παναγιώτη Σωτήρη

«Δεν έχω να υποσχεθώ ούτε ένα ευρώ» δήλωσε με χαρακτηριστική αλαζονεία η κ. Διαμαντοπούλου σε πρόσφατη συνέντευξή της, προσπαθώντας να κερδίσει πόντους στο χρηματιστήριο του κυνισμού στο οποίο διαγκωνίζονται οι υπουργοί της κυβέρνησης. Άλλωστε, το Υπουργείο Παιδείας έχει ήδη προχωρήσει σε πραγματική «στάση πληρωμών» απέναντι στην Ανώτατη Eκπαίδευση.
Οι τακτικοί προϋπολογισμοί των Πανεπιστημίων έχουν περικοπεί από 45% έως και... 70%. Πολλά ιδρύματα ξενοικιάζουν απαραίτητους χώρους για εργαστήρια, γραφεία και αίθουσες διδασκαλίας, ενώ δυσκολεύονται να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες τους για αναλώσιμα υλικά ή θέρμανση.
Οι διορισμοί 830 μελών εκλεγμένων μελών ΔΕΠ καθυστερούν προκλητικά με το Υπουργείο να υπόσχεται ολοκλήρωσή τους στην καλύτερη των περιπτώσεων μέσα σε πάνω από 3 χρόνια, εάν δεν υλοποιηθούν οι εξαγγελίες Ραγκούση για πλήρες πάγωμα των διορισμών. Οι νέες προκηρύξεις μελών ΔΕΠ έχουν παγώσει από το φθινόπωρο. Την ίδια ώρα τα περισσότερα Πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν κύμα συνταξιοδοτήσεων, καθώς αποχωρεί μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών που στελέχωσαν τα ιδρύματα στη δεκαετία του 1980. Ήδη σε κεντρικά πανεπιστημιακά τμήματα, όπως η Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ, που έχει προχωρήσει σε αναστολή λειτουργίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας, παρατηρούνται ελλείψεις δεκάδων μελών ΔΕΠ.
Οι πιστώσεις για συμβασιούχους διδάσκοντες του ΠΔ 407/80, ιδιαίτερα κρίσιμες για να μην καταρρεύσει το εκπαιδευτικό έργο των περιφερειακών πανεπιστημίων, περικόπηκαν φέτος κατά 16% σε σχέση με όσα προέβλεπαν οι προγραμματικές συμφωνίες που το ίδιο το Υπουργείο είχε συνάψει, ενώ για την επόμενη χρονιά ο ειδικός γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, κ. Παπάζογλου δήλωσε ότι «δεν έχει ιδέα» εάν θα δοθούν πιστώσεις, πόσες θα είναι και πότε!
Αυθαίρετες και παράνομες αποφάσεις του Υφυπουργού Πανάρετου, δημιουργούν προσκόμματα στη στελέχωση των πανεπιστημίων: ακυρώσεις διορισμών και εκλογών μελών ΔΕΠ, συχνά για φρονηματικούς λόγους, παραλογή απαίτηση για υποχρεωτική συμμετοχή εκλεκτόρων από το εξωτερικό (τα στιγμή που τα ιδρύματα δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις μετακινήσεις των εκλεκτόρων του εσωτερικού), διαταγή για πάγωμα εξελίξεων όπου... επίκεινται εκλογές προέδρων τμημάτων.
Και βέβαια επιταχύνονται και τα σχέδια για τις συγχωνεύσεις και τις καταργήσεις τμημάτων είτε και ολόκληρων Πανεπιστημίων. Δεν είναι μόνο η ανακύκλωση των προτάσεων του περιβόητου Γρυσπολάκη για κατάργηση δεκάδων πανεπιστημιακών τμημάτων. Είναι και η ρητή δέσμευση της κυβέρνησης έναντι της Τρόικας ότι στο όνομα της εξοικονόμησης 1,1 δισ. ευρώ θα κλείσουν πανεπιστημιακές σχολές!
Όλα αυτά δείχνουν ότι είμαστε αντιμέτωποι με ένα επερχόμενο ακαδημαϊκό κραχ. Στα ΤΕΙ ήδη οι εκτιμήσεις είναι ότι το επόμενο ακαδημαϊκό έτος δύσκολα θα ξεκινήσει, ιδίως εξαιτίας των ελλείψεων σε έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό. Αλλά και τα Πανεπιστήμια δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα λειτουργήσουν κανονικά την επόμενη χρονιά ή ότι θα ολοκληρωθεί ομαλά το εκπαιδευτικό έργο χωρίς πιστώσεις, χωρίς συμβασιούχους, χωρίς διορισμούς.
Απέναντι σε όλα αυτά όσες και όσοι μέσα στα Πανεπιστήμια αρνούνται να γίνουν συνυπεύθυνοι στην απαξίωση και διάλυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης οφείλουν να αναμετρηθούν με τις ευθύνες τους. Η αναπαραγωγή πρακτικών προσκόλλησης στην πολιτική εξουσία, η παθητική αναμονή των επόμενων χτυπημάτων του Υπουργείου, η ελπίδα ότι μπορεί και να αποφύγουμε τα χειρότερα, απλώς ενισχύει και νομιμοποιεί τον κυβερνητικό κυνισμό. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η αγωνιστική κινητοποίηση καθίσταται πλέον μονόδρομος!

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Η επέλαση της ακαδημαϊκής αποικιοκρατίας

πηγή: alfavita.gr
του Παναγιώτη Σωτήρη

Όταν το Υπουργείο Παιδείας δυσκολεύεται να βρει συνομιλητές και συμπαραστάτες στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων, με την εξαίρεση συγκεκριμένων κύκλων καθηγητών, που εξαιτίας είτε καταναγκαστικού εκσυγχρονισμού είτε εμμονικής αντιπάθειας στη συλλογική δράση πάντοτε χειροκροτούν τις πρωτοβουλίες του, λογικό είναι να στραφεί στο εξωτερικό.

Έτσι φτιάχτηκε η περιβόητη «Διεθνής Συμβουλευτική Επιτροπή για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση», αποτελούμενη από πανεπιστημιακούς που, όπως φαίνεται και από τα βιογραφικά τους που παρατίθενται στο τέλος, έχουν όλες και όλοι διακριθεί στην εμπέδωση του τεχνοκρατικού επιστημονισμού, της νεοφιλελεύθερης επιχειρηματικής αντίληψης για την ανώτατη εκπαίδευση και της λογική του σύγχρονου ακαδημαϊκού μάνατζμεντ. Άλλωστε, όταν αναφέρονται στις αξίες που πρέπει να προάγει η ανώτατη εκπαίδευση, προτάσσουν την επιχειρηματικότητα ενώ παραλείπουν τη δημοκρατία.

Η ίδια η έκθεση, η οποία δεν συντάχτηκε καν από το σύνολο των μελών της επιτροπής – προφανώς κάποιοι είχαν άλλα σημαντικότερα πράγματα να κάνουν –, αποπνέει πρώτα από όλα ουσιώδη άγνοια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, πέραν μιας εξωτερικής «τουριστικής» γνώσης. Επιπλέον, απηχεί όλο το φάσμα μιας αποικιοκρατικής λογικής που θεωρεί πως ούτως ή άλλως η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση θα ήταν παρωχημένη, δεν είχε την ορθή «κοινωνική και πολιτική κουλτούρα» και δεν παρακολουθούσε τις εξελίξεις των υπολοίπων χωρών. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με μια εκσυγχρονισμένη αναπαραγωγή της μυθολογίας περί της «καθυστερημένης» Ελλάδας.

Ενδεικτική της ιδιαίτερης μεροληψίας των συντακτών της Έκθεσης είναι η πρωτοφανής εκτίμηση ότι οι πανεπιστημιακοί χώροι δεν είναι ασφαλείς και η σχετική μομφή προς τους Πρυτάνεις ότι εφόσον δεν επιτρέπουν την απρόσκοπτη εισβολή των αστυνομικών δυνάμεων δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Είναι προφανής εδώ η εχθρότητά τους προς τα μαζικά κινήματα που αντιμετωπίζονται ως «στοιχεία που επιδιώκουν την πολιτική αστάθεια» και η προτίμησή τους προς επιτηρούμενα και αστυνομοκρατούμενα ιδρύματα, στα οποία προφανώς και θα έχει πλήρως καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο.

Όσο για την πολιτική ουδετερότητα της προσέγγισης αυτή αποτυπώνεται στην ολόθερμη υποστήριξή τους προς το πρόγραμμα κοινωνικής καταστροφής που εφαρμόζει η κυβέρνηση σήμερα στο πλαίσιο του Μνημονίου, το οποίο εξυμνούν ως τη μόνη απάντηση στην κρίση.

Οι προτάσεις που κάνουν αρθρώνουν τον πυρήνα μιας ακραίας λογικής πλήρους μετάλλαξης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Ως προς τη διοίκηση η πρόταση είναι η κατάργηση κάθε έννοιας δημοκρατικής αυτοδιοίκησης προς όφελος των περιβόητων «συμβουλίων διοίκησης» που θα είναι απρόσβλητα από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα της πανεπιστημιακής κοινότητας και η λογική των πρυτάνεων και αντιπρυτάνεων που θα λειτουργούν ως μάνατζερ και θα έχουν τον τελικό λόγο για όλες τις σημαντικές αποφάσεις.

Κάθε διαδικασία εκλογής από την ακαδημαϊκή κοινότητα προτείνεται να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από ειδικές επιτροπές που θα επιλέγουν είτε τα στελέχη της διοίκησης είτε το διδακτικό προσωπικό, ενώ την ίδια στιγμή απαξιώνεται κάθε έννοια μαζικής φοιτητικής συμμετοχής. Ουσιαστικά, το πρότυπο διοίκησης δεν είναι πλέον η ακαδημαϊκή συνέλευση, αλλά το διοικητικό συμβούλιο μιας μεγάλης επιχείρησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη εκλογή έχει σχεδόν παντού αντικατασταθεί από τη λέξη επιλογή.

Ως προς τα προγράμματα σπουδών πέραν του μηρυκάζουν τις γνωστές αναφορές στο αναγκαίο υψηλό επίπεδο, υπογραμμίζουν την ευελιξία, που είναι ο τρέχων ευφημισμός για την αποδιάρθρωση των πτυχίων, αλλά και την ανάγκη πιστοποίησης, δηλαδή πλήρους συμμόρφωσης με την αγοραία αντίληψη περί αναγκαίου περιεχομένου των σπουδών. Άλλωστε, και στα προγράμματα σπουδών τον τελευταίο λόγο θα πρέπει να έχουν, κατά τους συντάκτες της έκθεσης, οι πρυτάνεις – μάνατζερ.

Εξίσου επιθετική είναι και η στάση τους απέναντι στο θέμα της αξιολόγησης. Προτιμούν μάλιστα να αναφέρονται σε λογοδοσία και μέτρηση ακαδημαϊκών υποθέσεων. Αυτό απηχεί την αντίληψη ότι τα πανεπιστήμια, στο πρότυπο και των επιχειρήσεων, θα πρέπει να κρίνονται με βάση μετρήσιμους, ποσοτικοποιημένος στόχους και από αυτό να εξαρτάται η χρηματοδότησή τους, μια λογική που οδηγεί νομοτελειακά στο μαρασμό μεγάλου μέρους των ιδρυμάτων.

Τέλος, η καινοτομία που προτείνουν είναι η εισαγωγή και στην Ελλάδα των διετών περιφερειακών κολεγίων που θα προσφέρουν ουσιαστικά μεταλυκειακή επαγγελματική κατάρτιση. Είναι μια πρόταση την οποία είχε κάνει και ο υφυπουργός Πανάρετος, ο οποίος μάλιστα είχε στοχοποιήσει τα ΤΕΙ και τα περιφερειακά ΑΕΙ ως υποψήφια γι’ αυτή την υποβάθμιση. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με πρόταση ρητής απαξίωσης μεγάλου μέρους της ανώτατης εκπαίδευσης αλλά και του φοιτητικού πληθυσμού.

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι η έκθεση αυτή ούτε αποτίμηση και εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης και των προβλημάτων της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης είναι, ούτε και συγκεκριμένη πρόταση. Η βασική της λειτουργία είναι να συντηρήσει ένα κλίμα ιδεολογικής τρομοκρατίας, να παρουσιάσει κάθε αντίδραση στις μεθοδεύσεις του Υπουργείου Παιδείας ως παρωχημένη ανορθογραφία, να προσδώσει το κύρος μιας «επιτροπής σοφών» στην επιχείρηση μετάλλαξης του δημόσιου πανεπιστημίου. Δείχνει, ταυτόχρονα, ότι κάθε άλλο παρά διαλλακτικό θα είναι το Υπουργείο Παιδείας, όταν τελικά καταθέσει το νέο νόμο. Ιδού λοιπόν ένας λόγος παραπάνω για να βγει επιθετικά μπροστά το πανεπιστημιακό κίνημα αποδομώντας το νεοφιλελεύθερο κυνισμό που διαλύει σήμερα το δημόσιο πανεπιστήμιο, ανασημασιοδοτώντας την δημόσια δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση ως κοινωνικό αγαθό συνώνυμο με την δημοκρατία, την κριτική σκέψη, την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα και, βέβαια, διαλέγοντας το δρόμο της αποφασιστικής αγωνιστικής σύγκρουσης με τις αντιεκπαιδευτικές πολιτικές.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Η ώρα είναι τώρα! Απεργιακή κλιμάκωση και όχι στάση αναμονής στα Πανεπιστήμια!

πηγή: alfavita.gr
του Παναγιώτη Σωτήρη

Μέσα στη συγκυρία του Μνημονίου η Ανώτατη Εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να μείνει στο απυρόβλητο. Πόσο μάλλον και εδώ και πάνω από μια δεκαετία, με συμβολική αφετηρία τη Διακήρυξη της Μπολόνια το 1999, είναι σε εξέλιξη μια πανευρωπαϊκή προσπάθεια προσαρμογής των πανεπιστημίων στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και τις τάσεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Αυτή η προσπάθεια τώρα συνδυάζεται με την πολιτική της χρηματοοικονομικής ασφυξίας, που αξιοποιείται ως μοχλός για την πλήρη συμμόρφωση των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ με τη μετάλλαξη της ανώτατης εκπαίδευσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, πρώτα από όλα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα πρωτοφανές κύμα περικοπών που οδηγούν νομοτελειακά στην αδυναμία λειτουργίας των πανεπιστημίων. Όλες οι νέες προκηρύξεις ΔΕΠ, ΕΕΔΙΠ, ΕΤΕΠ και διοικητικού προσωπικού έχουν παγώσει. Οι διορισμοί των εκλεγμένων μελών ΔΕΠ καθυστερούν προκλητικά. Ο περιβόητος κανόνας «1 έρχεται 5 φεύγουν» σημαίνει ότι οι διορισμοί των ήδη εκλεγμένων μελών ΔΕΠ θα ολοκληρωθούν σε 3-5 χρόνια. ΟΙ εξελίξεις μελών ΔΕΠ έχουν παγώσει. Το Υπουργείο Παιδείας βάζει νέα προσκόμματα στη συγκρότηση των εκλεκτορικών σωμάτων, καθώς απαιτεί, ιδίως στα μη αυτοδύναμα τμήματα, να συμμετέχουν υποχρεωτικά εκλέκτορες εξωτερικού. Οι πιστώσεις για διδάσκοντες 407 μειώθηκαν κατά 16% και την επόμενη χρονιά έρχεται νέα ανάλογη μείωση που θα προστεθεί στη σημαντική μείωση που ούτως ή άλλως προέβλεπαν οι τετραετείς προϋπολογισμοί για την επόμενη χρονιά. Ο κίνδυνος ενός πραγματικού «διδακτικού κραχ» και οριακής αδυναμίας προσφοράς του προγράμματος σπουδών είναι υπαρκτός. Τα Πανεπιστήμια έχουν ήδη υποστεί περικοπή στους τακτικούς προϋπολογισμούς που αθροιστικά φτάνει το 50%. Η εφαρμογή του ΠΔ 113 με τα τεράστια γραφειοκρατικά προβλήματα που δημιουργεί, ουσιαστικά οδηγεί σε αναγκαστική «στάση πληρωμών» και σε αδυναμία λειτουργίας του πανεπιστημίου. Η κατάργηση του δεύτερου πανεπιστημιακού συγγράμματος έρχεται να υποβαθμίσει ακόμη περισσότερο την ποιότητα των σπουδών.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Η συρρίκνωση της ανώτατης εκπαίδευσης

πηγή: Αριστερό Βήμα
του Παναγιώτη Σωτήρη


Δόθηκαν στη δημοσιότητα το πόρισμα και τα πρακτικά του ΕΣΥΠ για την ανώτατη εκπαίδευση. Συνολικά, προλειαίνει το έδαφος για το νέο νόμο του Υπουργείου Παιδείας, καθώς αναπαράγει τα βασικά σημεία του περιβόητου «Κειμένου Διαβούλευσης» του Υπουργείου για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου των πανεπιστημίων, τη διοίκηση μέσω διορισμένων μάνατζερ, την επιβολή νέου εξεταστικού φίλτρου μέσω του «προπαρασκευαστικού έτους».
Εντυπωσιάζει, όμως στα πρακτικά του ΕΣΥΠ η έμφαση στην ανάγκη περιορισμού του προσφερόμενου διδακτικού έργου των πανεπιστημίων. «Πληθωρικά» είναι τα προγράμματα σπουδών κατά τον πρόεδρο του ΕΣΥΠ Α. Λυκουργιώτη, με «μεγάλο αριθμό επιλεγόμενων μαθημάτων» και «υπερβολικό χρόνο που αφιερώνεται σε διαλέξεις». «Υπερφορτωμένα» τα προγράμματα σπουδών κατά το Δ. Ματθαίου, πρόεδρο του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας. Πρέπει να περιοριστούν τα μαθήματα επιλογής υποστήριξε ο Θ. Παπαθεοδώρου, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Περιορισμό του αριθμού των μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών ζήτησε η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ (αλλά και τέως αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου) κ. Χ. Βιτσιλάκη.
Και βέβαια τα εύκολα θύματα θα είναι τα θεωρητικά μαθήματα, ιδίως όσα αφορούν τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Δεν είναι τυχαίο ότι και σε άλλες χώρες προηγήθηκαν των περικοπών εκτεταμένες δυσφημιστικές εκστρατείες για το πόσο άχρηστα, αντιπαραγωγικά ακόμη και… αντιεμπορικά είναι αυτά τα μαθήματα. Αλλά για ποια ποιότητα μόρφωσης θα μιλάμε εάν εξορίσουμε τη λογοτεχνία, την αρχαιολογία τη φιλοσοφία, την κοινωνική θεωρία, τις σπουδές φύλου, τα μαθήματα ξένων πολιτισμών;
Και τι θα αντικαταστήσει τα μαθήματα που θα περικοπούν; Ένα μείγμα από ιστοσελίδες, πακέτα εκπαιδευτικού λογισμικού, μαγνητοσκοπημένες διαλέξεις, προετοιμασία εργασιών, «εργασία στο σπίτι και στη βιβλιοθήκη», συνολικά η καταφυγή στην τεχνολογία και η αντιγραφή πρακτικών της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.
Όμως, λιγότερα προσφερόμενα αντικείμενα (και λιγότεροι διδάσκοντες) σημαίνουν μικρότερο επιστημονικό εύρος και βάθος και τμήματα με περιορισμένο ερευνητικό έργο.  Νέες επιστημονικές κατευθύνσεις δεν θα αναπτύσσονται, νέα αντικείμενα δεν θα προσφέρονται. Όλα αυτά συνεπάγονται υποβάθμιση των σπουδών, υποβάθμιση της επιστημονικής κατάρτισης των φοιτητών και τελικά υποβάθμιση των πτυχίων. Αυτό θα είναι ακόμη πιο έντονο στα περιφερειακά πανεπιστήμια, όπου στις αντικειμενικές δυσκολίες και το μειωμένο σχετικά κύρος σε σχέση με τα κεντρικά θα προστεθεί και η αποψίλωση από ένα σημαντικό μέρος των μαθημάτων, ιδίως αυτά που μπορεί να τους έδιναν επιστημονικό βάθος και πρωτοτυπία.
Όλα αυτά συνεπάγονται επιπλέον μετάλλαξη των πανεπιστημίων. Αντί για την προσφορά υψηλού επιπέδου και μεγάλου εύρους μαθημάτων, φαίνεται να κυριαρχεί η αντίληψη του «εκπαιδευτηρίου μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», που απλώς προσφέρει, με τρόπο τυποποιημένο και μηχανικό, μια βασική κατάρτιση, λειτουργώντας είτε ως προθάλαμος των μεταπτυχιακών, είτε ως βάση για επάλληλους κύκλους κατάρτισης – επανακατάρτισης.
Άλλωστε, η επιλογή συρρίκνωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης έγινε σαφής και από το πώς παρουσιάζεται πλέον το θέμα των συγχωνεύσεων ιδρυμάτων και της μετάβασης από το τμήμα στη σχολή. Πλέον, η έμφαση δεν είναι στα υποτιθέμενα ακαδημαϊκά κριτήρια και τις διεπιστημονικές «συνέργειες», αλλά στην εξοικονόμηση πόρων. Τα δημοσιεύματα για την κατάργηση δεκάδων πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της… υστέρησης εσόδων, είναι από αυτή την άποψη χαρακτηριστικά.
Ένα μείγμα νεοφιλελεύθερου κυνισμού και κακοχωνεμένου τεχνοκρατισμού μεθοδεύει την ουσιαστική συρρίκνωση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτό.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Η παιδεία των συγχωνεύσεων

πηγή: Αριστερό Βήμα
του Παναγιώτη Σωτήρη

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που τα δημόσια πολιτικά πρόσωπα, έστω και άθελά τους, ομολογούν περισσότερα από όσα θα ήθελαν. Αφορμή για αυτή την παρατήρηση η δήλωση της Υπουργού Παιδείας κ. Άννας Διαμαντοπούλου ότι «δεν υπάρχει καμία αναφορά στο μνημόνιο σε οτιδήποτε που να αφορά συνενώσεις ή επιλογές για θέματα σχολείων ή Πανεπιστημίων».
Προφανώς η κ. Υπουργός ήθελε με αυτή τη δήλωση να αποσυνδέσει τους σχεδιασμούς στην εκπαίδευση από το ζήτημα του Μνημονίου και όλους τους σχετικούς αρνητικούς συνειρμούς, στο πλαίσιο και του άγχους για την επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα. Για τους επαγγελματίες της πολιτικής και της κυβερνητικής εξουσίας είναι, ακόμη, «κακή δημοσιότητα» να συνδέσουν το όνομά τους με περικοπές δαπανών στην Παιδεία.
Βέβαια, το πρόβλημα είναι ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στην εκπαίδευση είναι ακριβώς εκτεταμένες περικοπές δαπανών, προσωπικού και εκπαιδευτικού έργου: περιορισμός των διορισμών εκπαιδευτικών, εκτεταμένες συγχωνεύσεις σχολείων με βασική επιδίωξη να περιοριστούν οι οργανικές θέσεις, περικοπές πιστώσεων, πάγωμα διορισμών και προκηρύξεων στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Κυριαρχεί η λογική της εξοικονόμησης πόρων, ενώ το Υπουργείο συχνά παρουσιάζει το εκπαιδευτικό σύστημα ως σπάταλο, φτάνοντας μέχρι του σημείου να υποστηρίζει ότι π.χ. τα «πανεπιστήμια έχουν πολύ λίπος για να κάψουν». Οι συνέπειες αυτών των περικοπών γρήγορα θα φανούν: σχολικές μονάδες με υπερβολικά αυξημένο αριθμό μαθητών σε ανεπαρκή κτίρια, υπερσυγκέντρωση μαθητών ανά τάξη, αύξηση των μετακινήσεων μαθητών, υποβάθμιση του διδακτικού έργου, επιδείνωση του σχολικού κλίματος, συρρίκνωση των μαθημάτων και των εργαστηρίων που θα προσφέρονται στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Προφανώς, όλα αυτά σχετίζονται και με το Μνημόνιο και τα αλλεπάλληλα κύματα περικοπών δημοσίων δαπανών που αυτό περιλαμβάνει, διαμορφώνοντας συνθήκη πραγματικής κοινωνικής ερήμωσης.
Γιατί, όμως, σπεύδει η Υπουργός να δηλώσει ότι αυτά τα μέτρα αποτελούν ούτως ή άλλως επιλογή της κυβέρνησης; Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται στο ότι σήμερα ξεδιπλώνεται μια συνολική αλλαγή υποδείγματος για το χώρο της εκπαίδευσης, που υπερβαίνει τις απαιτήσεις περικοπών του Μνημονίου. Στο νέο αγοραίο υπόδειγμα πρέπει να έχουμε με κάθε τρόπο εξοικονόμηση κόστους, οικονομίες κλίμακας και αναζήτησης των φθηνότερων λύσεων, όπως στην παραγωγή οποιουδήποτε αγαθού, αδιαφορώντας την ιδιαιτερότητα και τις απαιτήσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Στο νέο σχολείο και το νέο πανεπιστήμιο θα πρέπει να κυριαρχήσει μια αμιγώς εργαλειακή αντιμετώπιση της μάθησης, με έμφαση στην πληροφορία και όχι τη γνώση και υποτίμηση πλευρών όπως η ολόπλευρη μόρφωση, η ιστορική ή κοινωνική συνείδηση, η κριτική εμβάθυνση. Επιπλέον, η ανταποδοτικότητα και η άμεση ή έμμεση καταβολής διδάκτρων αντιμετωπίζεται όχι ως λύση ανάγκης, αλλά ως πλευρά μιας αναγκαίας σχέσης πελάτη – παρόχου, καθώς θεωρείται ότι μόνο αυτή που μπορεί να εξασφαλίσει την αμοιβαία υπευθυνότητα αλλά και την πολυθρύλητη «διασφάλιση ποιότητας».
Αυτό, όμως, που αποσιωπάται είναι ότι σε αυτό το νέο υπόδειγμα η έννοια της παιδείας ως κοινωνικού αγαθού και ως συλλογικού αιτήματος διακυβεύεται. Θα οδηγηθούμε σε πραγματικά ελλείμματα δεξιοτήτων, σε ένταση της ταξικότητας της εκπαίδευσης και σε πόλωση ανάμεσα στον κύριο όγκο του εκπαιδευτικού συστήματος και τους όποιους δημόσιους ή ιδιωτικούς «πόλους αριστείας», σε υποχώρηση της κριτικής σκέψης.
Η αντίσταση στις συγχωνεύσεις και τις περικοπές στην παιδεία, δεν είναι μάχη οπισθοφυλακής, ούτε «υπεράσπιση κεκτημένων», αλλά αναγκαία πάλη για να μην αλώσει η λογική της αγοράς ένα χώρο που πρέπει να παραμείνει προσανατολισμένος στην ικανοποίηση πραγματικών κοινωνικών αναγκών.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Πανεπιστήμια και ΤΕΙ: Οι περικοπές βλάπτουν σοβαρά την παιδεία!

πηγή: Αριστερό Βήμα
του Παναγιώτη Σωτήρη

Η Ανώτατη Εκπαίδευση βρίσκεται πλέον στον αστερισμό του Μνημονίου και μία από τις συνέπειες είναι και οι ολοένα και μεγαλύτερες περικοπές σε προσωπικό. Οι πιστώσεις διδασκόντων 407/80 περικόπτονται κατά 15-20%, ενώ οι διορισμοί εκατοντάδων μελών ΔΕΠ είναι στον αέρα και μπορεί να πάρουν έως 3 χρόνια για να γίνουν. Αφού γίνουν διορισμοί στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, «για να ανοίξουν και όχι απαραίτητα για να λειτουργήσουν καλά τα σχολεία», μπορεί να γίνουν διορισμοί στην ανώτατη εκπαίδευση, εάν το επιτρέψει ο περιορισμός «5 αποχωρούν – 1 ένας έρχεται». Όλες οι προκηρύξεις νέων θέσεων παγώνουν έως ότου ολοκληρωθούν οι διορισμοί. Στα ΤΕΙ, όπου οι έκτακτοι εκπαιδευτικοί είναι απλήρωτοι εδώ και μήνες, θα γίνει πρόωρη εκταμίευση τμήματος του προϋπολογισμού του 2011 για να καλυφθούν τα δεδουλευμένα του 2010, αλλά μετά δεν υπάρχει καμία περίπτωση έκτακτης ή επιπλέον χρηματοδότησης. Πριν το τέλος του εαρινού εξαμήνου κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς πιστώσεις για τους επιστημονικούς και εργαστηριακούς συνεργάτες και άρα αυτοί να απολυθούν, αφήνοντας τα Ιδρύματα χωρίς το 80% των διδασκόντων.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και Πειραιά είναι σε εξέλιξη κινητοποιήσεις των εκτάκτων εκπαιδευτικών, με επίσχεση εργασίας και κατάληψη των ιδρυμάτων, ενώ σε κινητοποιήσεις προχωρούν και οι συμβασιούχοι διδάσκοντες με βάση το ΠΔ 407/80 και τα μέλη ΔΕΠ σε αναμονή τοποθέτησης (οι «αδιόριστοι» των πανεπιστημίων). Την ίδια στιγμή στις 22-23 Φλεβάρη το Πανεπιστήμιο Αιγαίου κλείνει προειδοποιητικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις περικοπές πιστώσεων.
Ωστόσο, η απάντηση του ειδικού γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης Βασίλη Παπάζογλου, στα αιτήματα των εκτάκτων εκπαιδευτικών των ΤΕΙ, των διδασκόντων με βάση το ΠΔ 407/80 και των μελών ΔΕΠ σε αναμονή διορισμού ήταν ότι τα «Τα Πανεπιστήμια έχουν ακόμη πολύ λίπος να κάψουν»! Με τη σειρά του ο υφυπουργός Παιδείας Ιωάννης Πανάρετος δήλωσε ότι τα Πανεπιστήμια δεν σέβονται «τη φορολογία, τον κόπο, το αίμα και τον ιδρώτα» των πολιτών, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή του ΚΚΕ Γ. Ζιώγα για τις περικοπές πιστώσεων 407 και την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων στους έκτακτους εκπαιδευτικούς των ΤΕΙ. Και συμπλήρωσε ότι οι συμβασιούχοι διδάσκοντες παρέχουν απλώς «συμπληρωματικό έργο», παρότι στα περισσότερα ΤΕΙ καλύπτουν έως και το… 80% των διδακτικών ωρών!
Ήδη αρκετά τμήματα περιορίζουν τον αριθμό των προσφερόμενων μαθημάτων, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη ακόμη και η λήψη πτυχίου. Νέα γνωστικά αντικείμενα δεν θα καλύπτονται. Τα εργαστήρια θα μοιάζουν με παραδόσεις, αφού οι φοιτητές απλώς θα παρακολουθούν. Ο «πανεπιστημιακός Καλλικράτης» και οι συγχωνεύσεις τμημάτων, που θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Το Μνημόνιο βλάπτει, επομένως, σοβαρά την Παιδεία και καθώς δεν υπάρχει «λίπος» στην ανώτατη εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ «τρώνε από τις σάρκες τους», ξεκινώντας από τους αδύναμους κρίκους, που είναι οι συμβασιούχοι διδάσκοντες.
Σημαίνουν όλα αυτά ότι το Υπουργείο Παιδείας απλώς μεθοδεύει μια αυτοκαταστροφική διαδικασία απαξίωσης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης; Όχι, το Υπουργείο Παιδείας, ακολουθώντας εδώ στρατηγικές επιλογές της ΕΕ αλλά και οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, χρησιμοποιεί τη συρρίκνωση του παρεχόμενου έργου, ως μοχλό για την εμπέδωση μιας επιχειρηματικής λογική για την ανώτατη εκπαίδευση. Ουσιαστικά, τα Πανεπιστήμια καλούνται να συμμορφωθούν από τώρα με το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο, να συμπεριφερθούν ως εν δυνάμει μάνατζερ και να αναζητήσουν άλλους τρόπους να καλύψουν τις ανάγκες τους σε χρηματοδοτήσεις και προσωπικό. Είναι σαφές ότι ανοίγει ο δρόμος για την εισαγωγή όλων των μορφών ανταποδοτικότητας μέσα στα ΑΕΙ και την επιβολή διδάκτρων.
Απέναντι στην απαξίωση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, η ελπίδα έρχεται από τις κινητοποιήσεις που ήδη ξεκίνησαν. Ο συντονισμός των συμβασιούχων διδασκόντων σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ και των μελών ΔΕΠ υπό αναμονή τοποθέτησης, που αποτυπώθηκε στη πανελλαδική συνάντηση που έγινε στις 12 Φλεβάρη, μαζί με τη σαφή κατεύθυνση συμμετοχής σε ένα πανεκπαιδευτικό ξεσηκωμό ενάντια στην επιχειρηματική ανώτατη εκπαίδευση, δείχνουν ότι η οργή και η αγανάκτηση αρχίζουν και παίρνουν συλλογικές μορφές.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Το Πανεπιστήμιο δεν έχει άλλο «λίπος για να κάψει», του Παναγιώτη Σωτήρη


 Πηγή:Alfavita
Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου δεν σέβεται «τη φορολογία, τον κόπο, το αίμα και τον ιδρώτα» του Έλληνα φορολογουμένου, δήλωσε ο υφυπουργός Παιδείας κ. Ιωάννης Πανάρετος, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση για τις περικοπές πιστώσεων 407 και τη μη καταβολή δεδουλευμένων στους συμβασιούχους των ΤΕΙ. «Τα Πανεπιστήμια έχουν ακόμη πολύ λίπος να κάψουν», ήταν η απάντηση του ειδικού γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης κ. Βασίλη Παπάζογλου, στα αιτήματα των εκτάκτων εκπαιδευτικών των ΤΕΙ, των διδασκόντων με βάση το ΠΔ 407/80 και των μελών ΔΕΠ σε αναμονή διορισμού. Κοινός τόπος αυτών των τοποθετήσεων ότι στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ υπάρχει υπερπροσφορά μαθημάτων και προγραμμάτων, πλεόνασμα διδακτικού προσωπικού, τεχνητή ζήτηση διδασκόντων.
Μόνο που παραβλέπουν ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στην καθυστέρηση των διορισμών των μελών ΔΕΠ που έχουν εκλεγεί, με το πάγωμα της προκήρυξης νέων θέσεων και τις περικοπές σε πιστώσεις για συμβασιούχους διδάσκοντες απλώς οδηγεί σε συνθήκη υπολειτουργίας πολλά Τμήματα. Πολύ σύντομα τα Τμήματα θα αρχίσουν να περιορίζουν ριζικά τον αριθμό των προσφερόμενων μαθημάτων, δυσχεραίνοντας ακόμη και τη λήψη πτυχίου. Νέα και σημαντικά γνωστικά αντικείμενα δεν θα καλύπτονται. Τα εργαστήρια θα μοιάζουν με παραδόσεις, αφού οι φοιτητές απλώς θα παρακολουθούν. Τα πράγματα θα κάνει ακόμη χειρότερα η προοπτική του «πανεπιστημιακού Καλλικράτη» και οι γενικευμένες συγχωνεύσεις τμημάτων, που θα οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Όλα αυτά, ειδικά για τα περιφερειακά πανεπιστήμια, θα σημαίνουν ριζικό περιορισμό της δυνατότητας να λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικής και πολιτιστικής ανανέωσης των τοπικών κοινωνιών. Επιπλέον, σε μια χώρα όπου ο κύριος όγκος της έρευνας διεξάγεται στα Πανεπιστήμια, οι περικοπές αυτές πλήττουν καίρια τη δυνατότητα να παράγεται έρευνα. Η φράση «το Μνημόνιο βλάπτει σοβαρά την Παιδεία» δεν είναι συνδικαλιστικό πυροτέχνημα αλλά οδυνηρή πραγματικότητα.
Σημαίνουν όλα αυτά ότι το Υπουργείο Παιδείας απλώς μεθοδεύει μια αυτοκαταστροφική διαδικασία απαξίωσης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης; Όχι, το Υπουργείο Παιδείας, ακολουθώντας εδώ στρατηγικές επιλογές της ΕΕ αλλά και οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ, χρησιμοποιεί τη συρρίκνωση του παρεχόμενου έργου, ως μοχλό για την εμπέδωση μιας επιχειρηματικής λογική για την ανώτατη εκπαίδευση. Ουσιαστικά, τα Πανεπιστήμια καλούνται να συμμορφωθούν από τώρα με το υπό διαμόρφωση θεσμικό πλαίσιο, να συμπεριφερθούν ως εν δυνάμει μάνατζερ και να αναζητήσουν άλλους τρόπους να καλύψουν τις ανάγκες τους σε χρηματοδοτήσεις και προσωπικό. Είναι σαφές ότι ανοίγει  ο δρόμος για την εισαγωγή όλων των μορφών ανταποδοτικότητας μέσα στα ΑΕΙ και την επιβολή διδάκτρων.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναζητήσουμε μια «ενιαία αφήγηση» για το τι συμβαίνει σήμερα στη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, να βρούμε το κοινό νήμα που συνδέει τις αλλαγές που βλέπουμε. Οι περικοπές, η χρηματοδοτική ασφυξία και η εργασιακή επισφάλεια συνδέονται αναπόσπαστα με την επέλαση των ακαδημαϊκών μάνατζερ και την αναίρεση της αυτοδιοίκησης, την κατάργηση του δωρεάν χαρακτήρα της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, την αποδιάρθρωση των τμημάτων και των πτυχίων, την ένταση του αυταρχισμού και την αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Πάνω από όλα συνδέονται με την αμφισβήτηση της ανώτατης εκπαίδευσης ως κοινωνικού αγαθού.
Ακριβώς, γι’ αυτό το λόγο και η σύγκρουση με αυτή την πολιτική μπορεί σήμερα να συσπειρώσει όχι μόνο το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια. Το Υπουργείο Παιδείας, εάν συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο, μόνο δυσάρεστες εκπλήξεις θα έχει να αντιμετωπίσει.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Πανεπιστήμιο της αλληλεγγύης και όχι του ρατσισμού

 πηγή: alfavita
του Παναγιώτη Σωτήρη

Ένας από τους δρόμους της Πράγας ονομάζεται οδός 17 Νοέμβρη. Δεν παραπέμπει στη δική μας εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά στην εισβολή των ναζιστικών δυνάμεων στο Πανεπιστήμιο της Πράγας στις 17/11/1939, τη σύλληψη 1200 φοιτητών και την εκτέλεση 9 από αυτούς ως «πρωτεργατών». Για τους εκπροσώπους του φασισμού και της κρατικής τρομοκρατίας το Πανεπιστήμιο ήταν πάντοτε ένας εχθρός.
Γιατί δεν μπορούν να ξεχάσουν ότι σε όλη την ιστορία του το Πανεπιστήμιο δεν έπαψε να «πολιτεύεται». Ποτέ τα Πανεπιστήμια δεν ήταν χώροι μόνο διδασκαλίας και έρευνας. Υπήρξαν πάντοτε χώροι πολιτικής διαμαρτυρίας, ριζοσπαστικής αναζήτησης, αμφισβήτησης της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Λειτούργησαν ως σημεία αναφοράς για τους οραματισμούς ολόκληρων κοινωνιών.
Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνη και εντελώς αντίθετη στην ιστορία του Πανεπιστημίου και των αγώνων του, η στάση που επέλεξαν η Κοσμητεία της Νομικής Σχολής Αθηνών, η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ απέναντι στην απεργία πείνας 300 μεταναστών στη Νομική Αθηνών. Αφήνω κατά μέρος τις δηλώσεις της Υπουργού Παιδείας, περί «τήρησης του νόμου», γιατί δεν θα περιμέναμε κάτι καλύτερο από την εκπρόσωπο μιας κυβέρνησης που έχει κάνει αλλεπάλληλα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα, στέλνει τα ΜΑΤ ενάντια στους διαδηλωτές και σχεδιάζει «τείχος του αίσχους» στον Έβρο.
Αυτό που προβληματίζει  είναι πρώτα από όλα η υποτίμηση των τεράστιων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, οι οποίοι στερούνται στοιχειωδών δυνατοτήτων νομιμοποίησης. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν έχει το δικαίωμα να λέει «δεν με νοιάζει», όταν στην Ελλάδα έχει σχεδόν καταργηθεί το δικαίωμα του πολιτικού ασύλου και όταν η απουσία νομιμοποίησης των μεταναστών συντηρεί ένα καθεστώς υπερεκμετάλλευσης και εργοδοτικής ασυδοσίας.
Επιπλέουν, τέτοιες φωνές αναπαράγουν μια βαθιά ρατσιστική τοποθέτηση που λέει ότι μαθήματα πανεπιστημιακά και παρουσία μεταναστών – σε χώρους που δεν χρησιμοποιούνται για μαθήματα – δεν μπορούν να συνυπάρχουν. Αυτό παραπέμπει στο ρατσιστικό στερεότυπο ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αποτελούν εστία μόλυνσης, το ίδιο στερεότυπο που χρησιμοποιούν και οι νεοναζιστικές ομάδες σε γειτονιές της Αθήνας για να απαιτήσουν τη βίαιη εκδίωξη των μεταναστών και των προσφύγων.
Βαθιά αντιδραστική είναι και η αντίληψη ότι στο Πανεπιστήμιο δεν έχει θέση η αλληλεγγύη σε κινήματα που προέρχονται έξω από τα ακαδημαϊκά όρια. Σύμφωνα με αυτή τη λογική στην Κατοχή δεν θα έπρεπε το ΕΜΠ και οι άλλες Σχολές να είναι ορμητήρια του αντιφασιστικού αγώνα και της δράσης του ΕΑΜ νέων και της ΕΠΟΝ. Δεν θα έπρεπε να είναι οι Σχολές τα κέντρα του αντιδικτατορικού αγώνα, ούτε να γίνονταν η κατάληψη της Νομικής και του ΕΜΠ το 1973. Δεν θα έπρεπε στη Μεταπολίτευση οι πανεπιστημιακοί χώροι να στεγάζουν απεργούς και απολυμένους εργάτες. Δεν θα έπρεπε σήμερα να διοργανώνονται εκδηλώσεις, συζητήσεις και συναυλίες.
Η ιστορία του Πανεπιστημίου είναι ιστορία αγώνα, ανυπακοής, αξιοπρέπειας και τέτοια οφείλει να παραμείνει. Τα Πανεπιστήμια δεν πρέπει να γίνουν χώροι αποστειρωμένοι από κάθε συλλογική συζήτηση, αναζήτηση και διεκδίκηση.
300 άνθρωποι διαλέγουν την πιο ακραία μορφή κινητοποίησης, την απεργία πείνας, για να διεκδικήσουν αυτονόητα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. «Μπαίνουμε μπροστά με τη ζωή μας για να σταματήσουμε τώρα την αδικία σε βάρος μας», γράφουν στην ανακοίνωσή τους. Το Πανεπιστήμιο μόνο προσφέροντάς τους την πλήρη και αδιαπραγμάτευτη αλληλεγγύη του δικαιώνει το ρόλο και την αποστολή του.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Προτάσεις Διαμαντοπούλου: Πλήρης αποδόμηση του δημόσιου πανεπιστημίου

πηγή www.alfavita.gr
του Παναγιώτη Σωτήρη

Η ομιλία της Υπουργού Παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου στην 24η Σύνοδο Πρυτάνεων σηματοδοτεί το ξεκίνημα της μεγαλύτερης απόπειρας για αντιμεταρρύθμιση στην Ανώτατη Εκπαίδευση τις τελευταίες δεκαετίες. Το περίγραμμα των θέσεων που διατύπωσε σημαίνει την πλήρη ανατροπή όλων όσων γνωρίζαμε σε σχέση με τη δομή, τη μορφή και την οργάνωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στον τόπο μας. Εάν η μεταρρύθμιση Γιαννάκου σηματοδοτούσε την νεοσυντηρητική και αυταρχική απόπειρα «διόρθωσης» του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, διατηρώντας πλευρές της δομής που διαμόρφωσε ο ΝΠ 1268/82, τώρα μιλάμε για τη μετάβαση σε ένα τελείως διαφορετικό πρότυπο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.