Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Η Amazon πίσω από την οθόνη


Σχόλιο: Διαβάζοντας τον Μαρξ που γράφει ότι η κεφαλαιοκρατία προβάλει στην επιφάνεια σαν ένας σωρός από εμπορεύματα δεν μπορείς εύκολα να σκεφτείς ότι κυριολεκτεί. Από την άλλη διαβάζοντας  σύγχρονους μαρξιστές του σωρού δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μεταφορικά (sic) αντιλαμβάνονται το ανώτερο επίπεδο της "σύγχρονης μορφωμένης εργατικής τάξης".  Ευτυχώς η εργασία δεν έπαψε να είναι το σχολείο που ατσαλώνει.



Αποσπώντας το βλέμμα της από τις αφίσες του γερμανικού συνδικάτου Ver.di –του ενοποιημένου σωματείου στον τομέα των υπηρεσιών– που είναι αναρτημένες στους τοίχους της αίθουσας συνεδριάσεων, η Ίρμγκαρντ Σουλτς άξαφνα σηκώνεται όρθια και παίρνει τον λόγο : « Στην Ιαπωνία, πριν από λίγο καιρό η Amazon έβαλε κατσίκες να βόσκουν γύρω από μια αποθήκη. Η επιχείρηση τις μάρκαρε με την ίδια κάρτα που φοράμε κι εμείς στον λαιμό μας ! Με ακριβώς τα ίδια στοιχεία : όνομα, φωτογραφία, γραμμωτό κώδικα ». Βρισκόμαστε στην εβδομαδιαία συνέλευση των εργαζομένων της Amazon στο Μπαντ Χέρσφελντ (στην Έσση της Γερμανίας). Με μια εικόνα, η εργάτρια στον εφοδιασμό των αποθηκών συνόψισε την κοινωνική φιλοσοφία της πολυεθνικής των διαδικτυακών πωλήσεων, που προσφέρει στον καταναλωτή αγορές με μερικά κλικ και μπορεί να του παραδώσει εντός σαράντα οκτώ ωρών μια ηλεκτρική σκούπα, τα άπαντα του Μαρσέλ Προυστ ή μια μηχανή για το γκαζόν [1].
Σε όλο τον κόσμο, εκατό χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται πυρετωδώς μέσα στις ογδόντα εννέα αποθήκες εφοδιασμού, των οποίων αθροιστικά η επιφάνεια φτάνει τα περίπου επτά εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα. Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, η Amazon εκτοξεύθηκε στο προσκήνιο της ψηφιακής οικονομίας, πλάι στην Apple, την Google και το Facebook. Αφότου εισήχθη στο Χρηματιστήριο, το 1997, ο κύκλος εργασιών της πολλαπλασιάστηκε επί 420, φτάνοντας το 2012 τα 62 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο ιδρυτής και πρόεδρος - γενικός διευθυντής της, Τζέφρι Πρέστον Μπέζος, εμμονικός και ελευθερόφρων, εμπνέει στους δημοσιογράφους τη σύνταξη κολακευτικών πορτρέτων, ιδιαίτερα από τη στιγμή που επένδυσε, τον προηγούμενο Αύγουστο, 250 εκατομμύρια ευρώ –το 1% της προσωπικής περιουσίας του– για την εξαγορά της έγκριτης αμερικανικής εφημερίδας Ουάσιγκτον Ποστ. Η οικονομική επιτυχία αναμφίβολα επισκιάζει τις συνθήκες εργασίας.
Στην Ευρώπη, η Amazon επέλεξε τη Γερμανία ως προγεφύρωμα. Εκεί εγκατέστησε οκτώ εργοστάσια εφοδιασμού και κατασκευάζει ένα ένατο. Οδηγώντας το αυτοκίνητό της, η Σόνια Ρούντολφ μπαίνει σε μια λεωφόρο που ονομάζεται Amazon Strasse [2] –ο Δήμος επιδότησε την εγκατάσταση της πολυεθνικής με πάνω από 7 εκατομμύρια ευρώ. Και μετά, δείχνει έναν τεράστιο γκρίζο τοίχο φυλακής. Πίσω από μια σειρά αγκαθωτά συρματοπλέγματα, ξεπροβάλλει η αποθήκη. « Στον τρίτο όροφο της FRA-1 [3] δεν υπάρχει ούτε ένα παράθυρο, ούτε και κλιματισμός », καταθέτει τη μαρτυρία της η πρώην υπάλληλος. « Το καλοκαίρι, η θερμοκρασία ξεπερνά τους 40 βαθμούς και έτσι είναι πολύ συχνές οι αδιαθεσίες. Μια μέρα –θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή– ενόσω “ξεδιάλεγα” [τοποθετούσε δηλαδή εμπορεύματα σε μεταλλικούς κλωβούς] βρήκα μια κοπέλα να κάνει εμετό πεσμένη στο πάτωμα. Το πρόσωπό της ήταν μελανιασμένο. Πραγματικά πίστεψα πως θα πέθαινε. Καθώς δεν είχαμε φορείο, ο προϊστάμενος μας ζήτησε να ψάξουμε να βρούμε μια ξύλινη παλέτα, πάνω στην οποία την ξαπλώσαμε για να τη μεταφέρουμε ώς το ασθενοφόρο ».
Παρόμοια συμβάντα έχουν αναφερθεί στον Τύπο των Ηνωμένων Πολιτειών [4]. Στη Γαλλία, το κρύο ήταν που έπληξε, το 2011, τους εργαζόμενους στην αποθήκη του Μοντελιμάρ, υποχρεώνοντάς τους να δουλεύουν με βαριά μπουφάν, γάντια και σκούφους, ώσπου καμιά δεκαριά ανάμεσά τους ξεκίνησαν απεργία και κατάφεραν να ανοίξει η θέρμανση. Κάτι τέτοιες μέθοδοι έβαλαν και αυτές το χέρι τους, ώστε ο ιδρυτής της Amazon να εκτοξευθεί στη 19η θέση των δισεκατομμυριούχων του πλανήτη [5].