της Ελένης Φουρναράκη
Εισαγωγικά στη μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου: ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον
Όσα θα πω εδώ βασίζονται στην παραδοχή ότι ο «νόμος Διαμαντοπούλου» εν μέρει συνδέεται με τη συγκυρία της δημοσιονομικής κρίσης, του Μνημονίου, και της κρίσης ευρύτερα του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας, και εν μέρει -σε μεγάλο βαθμό, θα έλεγα- αποτελεί έκφραση νεοφιλελεύθερων πολιτικών που αναπτύσσονται διεθνώς στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, παρά τις ιδιαιτερότητες που εντοπίζουμε στην ελληνική τους εκδοχή (τις οποίες επεσήμανε ο κ. Σταθάκης).
Αναφέρομαι στη λεγόμενη «παγκόσμια οικονομία της γνώσης», στην υπηρεσία της οποίας τίθενται ρητά οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις των πανεπιστημίων διεθνώς. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που μελετά επιστημονικά, δηλαδή κριτικά, αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Στην αντίληψη των ποικίλων κέντρων που προωθούν ή ενθαρρύνουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις (είτε πρόκειται για εθνικές κυβερνήσεις είτε για διεθνείς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα ή ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), η ανταγωνιστική ενσωμάτωση τόσο των αναπτυγμένων όσο και των αναπτυσσόμενων χωρών σε αυτή την «παγκόσμια οικονομία της γνώσης» προϋποθέτει μια γενικευμένη παραδοχή: ότι η ανώτατη εκπαίδευση αποκτά έναν αυξανόμενο κρίσιμο ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Έναντι αυτού του οικονομικού ρόλου, ο τρέχων πολιτικός λόγος περί της μεταρρύθμισης των πανεπιστημίων, δίνει ολοένα και λιγότερη έμφαση στην ανώτατη εκπαίδευση ως δημόσιο δικαίωμα ή ως βασικό μέσο καλλιέργειας και χειραφέτησης των πολιτών. Αν η ανώτατη εκπαίδευση είναι κεντρικό διακύβευμα στο λόγο και τις πολιτικές της «παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης», τούτο συμβαίνει, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ένας ερευνητής, επειδή «η γνώση αντιμετωπίζεται ως πρώτη ύλη», και συνεπώς, τα πανεπιστήμια «αποτελούν χώρους τόσο για την εξόρυξη όσο και τη διύλιση αυτού του πόρου».[1]
