Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Σχέδιο για την κατάλυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης

του Λάζαρου Απέκη

Η κυβέρνηση έχει σχεδιάσει την αλλαγή του χαρακτήρα και του κοινωνικού ρόλου του δημόσιου πανεπιστημίου, ολοκληρώνοντας, στην πιο ακραία τους εκδοχή, τους όρους της Μπολόνια και προσαρμόζοντάς τους στις απαιτήσεις του μνημονίου και του «μεσοπρόθεσμου».
Ορισμένες συνέπειες αυτής της επίθεσης:

Καταργείται η δημοκρατική λειτουργία του πανεπιστημίου– νέα Διοίκηση

Βασικό μέσο για την επιβολή αυτής της πολιτικής είναι η ακύρωση της δημοκρατικής λειτουργίας του πανεπιστημίου με την αλλαγή της διοίκησης. Η κυβέρνηση με το σχέδιο νόμου αφαιρεί τη διοίκηση των ιδρυμάτων από τα συλλογικά συμμετοχικά όργανα που επιλέγονται και ελέγχονται από τα μέλη της κοινότητας (παρά τις υπαρκτές σοβαρές αδυναμίες) και την αναθέτει σε ένα ολιγομελές όργανο, το Συμβούλιο του Ιδρύματος (ΣΙ), που δεν θα ελέγχεται από την κοινότητα, το οποίο διοικεί και αποφασίζει αυθαίρετα για όλες τις λειτουργίες του πανεπιστημίου. Όργανο με αδιαφανή λειτουργία το οποίο δε θα «λογοδοτεί» σε κανένα και γι’ αυτό θα είναι πολύ πρόσφορο στον πολιτικό έλεγχο, τη διαπλοκή και την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων. Για το ΣΙ εκλέγονται 7 καθηγητές και αυτοί επιλέγουν, εκτός πανεπιστημίου, άλλα 7 μέλη του Συμβουλίου. Στο ΣΙ θα συμμετέχει «συμβολικά» και ένας φοιτητής! Αυτή η ομάδα θα διορίζει τον πρύτανη και τους κοσμήτορες! Δηλαδή μια «συμπαγής» ομάδα τεσσάρων καθηγητών θα μπορούν, ως πλειοψηφία, να ελέγξουν πλήρως ένα ολόκληρο πανεπιστήμιο! Αυτοί θα διοικούν το πανεπιστήμιο! Αυτοί θα εξασφαλίζουν τη «διαφάνεια» και την «κοινωνική λογοδοσία» που, σύμφωνα με την προπαγάνδα της κυβέρνησης και όλων των επιτελείων που τη στηρίζουν, σήμερα λείπουν από τα πανεπιστήμια!

Έτσι, καταργείται ουσιαστικά η αυτοδιοίκηση, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της πανεπιστημιακής κοινότητας να αυτοδιοικείται, εκλέγοντας και ελέγχοντας αυτούς που θα ασκούν τη διοίκηση.

Πρόκειται για ένα επιτελικό σχέδιο για την υποταγή των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας στην αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη εξουσία μιας ολιγομελούς ομάδας, που αν επιτρέψουμε να επιβληθεί, θα επιβάλει στα μέλη της κοινότητας τις συνθήκες προσωπικού μιας επιχείρησης που πρέπει «να κάνει μόνο τη δουλειά του», υποταγμένο στους αγοραίους κανόνες της «ανταγωνιστικότητας» και της «αποδοτικότητας», όπως θα τους ορίζει αυθαίρετα αυτή η ομάδα!

Με αυτούς τους κανόνες η νέα διοίκηση θα αποφασίζει επίσης τη διατήρηση ή την κατάργηση Σχολών, Ιδρυμάτων, προγραμμάτων σπουδών και τη διάρκειά τους, επιστημονικών αντικειμένων, τις απολύσεις διδασκόντων και προσωπικού καθώς και το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς τους!

Πρόκειται για την επιβολή στη ζωή του πανεπιστημίου της βαρβαρότητας που επιβάλλεται ήδη στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας: στους εργαζόμενους, τους νέους, το λαό.

Καταργείται το πανεπιστημιακό άσυλο

Το πανεπιστημιακό άσυλο, μια κοινωνική κατάκτηση των αγώνων της κοινωνίας και του πανεπιστημιακού κινήματος από τα χρόνια της μεταπολίτευσης, σύμβολο αγώνων κατά της χούντας, καταργείται οριστικά. Στο νομοσχέδιο, αντί του πανεπιστημιακού ασύλου αναφέρεται ότι η «διασφάλιση της ελευθερίας στη διδασκαλία, την έρευνα και τη διακίνηση ιδεών» θα είναι αρμοδιότητα του Συμβουλίου!


Καταργείται ο δωρεάν χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης

Οι σπουδές στις «μεταπτυχιακές σχολές» και στις «σχολές δια βίου εκπαίδευσης» και «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» θα είναι με δίδακτρα. Παρά τις αντιστάσεις, τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά έχουν ήδη επιβληθεί σε πολλά ιδρύματα. Για τους προπτυχιακούς φοιτητές αυξάνονται τα οικονομικά βάρη με την κατάργηση της δωρεάν διανομής των συγγραμμάτων και την ανάθεση των παροχών της φοιτητικής μέριμνας στην Ανώνυμη Εταιρεία που ιδρύεται για να «αξιοποιεί» την «περιουσία» του ιδρύματος. Και ακολουθούν τα δίδακτρα, τα οποία δεν είναι απαραίτητο να προβλέπονται από το νόμο, μπορεί να τα επιβάλει το Συμβούλιο με τον «Οργανισμό» και τον «Εσωτερικό Κανονισμό»!


Καταργείται ο δημόσιος χαρακτήρας του πανεπιστημίου: Εταιρεία «αξιοποίησης»

Η ίδρυση αυτής της Ανώνυμης Εταιρείας (ΑΕ) που θα λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με διοίκηση διορισμένη από το Συμβούλιο, καταργεί το δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Πρόκειται για μια επιχείρηση «αξιοποίησης» τόσο της ακίνητης περιουσίας όσο και των προϊόντων έρευνας για την απόκτηση πόρων που θα καλύπτουν το κενό της δημόσιας χρηματοδότησης!

Σύμφωνα με τις επικρατούσες στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα αντιλήψεις για την «αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου», η ακίνητη περιουσία του ιδρύματος (και διαθέτουν σημαντική τα ιστορικά ιδρύματα τουλάχιστον) θα «αξιοποιείται» από την ΑΕ όπως και η δημόσια περιουσία από το «ταμείο αξιοποίησης» που επέβαλε το «μεσοπρόθεσμο»!

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες με το παιχνίδι στις αγορές και τις ‘έξυπνες’ επενδύσεις οδήγησαν μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα των ΗΠΑ σχεδόν στη χρεοκοπία και τα ανάγκασαν σε περικοπές, απολύσεις προσωπικού, υψηλότερα δίδακτρα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις «χορηγίες» των μεγάλων επιχειρήσεων.


Καταργείται ο δημόσιος χαρακτήρας της έρευνας

Δεν προβλέπεται δημόσια χρηματοδότηση για τη διεξαγωγή ελεύθερης έρευνας χωρίς αγοραίους «ανταποδοτικούς» όρους. Αυτό στερεί τη δυνατότητα έρευνας σε όλα τα επιστημονικά πεδία χωρίς εξαίρεση, κάτι που αποτελεί δομική προϋπόθεση για ένα πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα ακυρώνει βασική συνεισφορά του στην κοινωνία.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες οδηγούνται σε μαρασμό οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, όπως και το σύνολο των βασικών επιστημών που δεν είναι «ελκυστικές» για την αγορά! Αλλά και κάθε ερευνητική δραστηριότητα θα ασκείται με αβεβαιότητα και ανασφάλεια, αφού θα είναι υποταγμένη, στη μόνη δυνατότητα χρηματοδότησης, στις επιλογές της ΑΕ που θα διοικούν οι διορισμένοι της διοίκησης, οι οποίοι θα αποφασίζουν ποιο είδος έρευνας και ποιος ερευνητής εμπίπτει στους αυθαίρετους και αγοραίους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργούν την επιχείρηση.

Αυτή η ΑΕ θα διαχειρίζεται σαν εμπόρευμα, σαν «υπηρεσίες έρευνας», ένα συλλογικά παραγόμενο δημόσιο αγαθό που είναι το δημιουργικό ερευνητικό έργο των μελών του πανεπιστημίου! Μέσα από αυτή την εξαθλίωση, θα αναδειχθεί, λένε, η «αριστεία»! Η κυβέρνηση σχεδίασε την πλήρη υποταγή του πανεπιστημίου στους νόμους της αγοράς και στα ιδιωτικά συμφέροντα, εγχώρια και διεθνή.


Καταργείται ο πανεπιστημιακός χαρακτήρας των σπουδών - Διάλυση των πανεπιστημιακών σπουδών

Καταργείται το Τμήμα με το πρόγραμμα σπουδών σε συγκεκριμένη επιστήμη και το αντίστοιχο πτυχίο. Οι Σχολές θα προσφέρουν «ευέλικτα» προγράμματα σπουδών προσαρμοσμένα στις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς, όπως τις ορίζει η διορισμένη από την κυβέρνηση «ανεξάρτητη αρχή» (ΑΔΙΠ). Η «αρχή» αυτή θα αξιολογεί και θα μεριμνά για την «πιστοποίηση» και το «σήμα ποιότητας» του κάθε προγράμματος και του αντίστοιχου τίτλου σπουδών και φυσικά θα κρίνει την όποια χρηματοδότηση. Η διάρκεια των σπουδών και το είδος των τίτλων θα είναι υπόθεση του κάθε Ιδρύματος και θα καθορίζονται από τον «Οργανισμό» και τον «Εσωτερικό Κανονισμό» που θα αποφασίζει η νέα ολιγομελής διοίκηση! Θα μπορούν να είναι διάρκειας ενός, δύο, τριών ετών (ή και περισσοτέρων) με τις αντίστοιχες πιστωτικές μονάδες (60 ή 120 ή 180 ή πάρτε κόσμε!). Πρόκειται για διάλυση των πανεπιστημιακών σπουδών!

Οι φοιτητές θα βιώνουν τις υποβαθμισμένες σπουδές τους σαν ένα ατομικό ανταγωνιστικό αγώνα επιβίωσης και συλλογής, από οπουδήποτε, του ελάχιστου αριθμού πιστωτικών μονάδων. Δεν θα σπουδάζουν μια συγκεκριμένη επιστήμη, αλλά θα συσσωρεύουν ετερόκλητα αποσπασματικά στοιχεία επιφανειακής γνώσης, δηλαδή μιας κατάρτισης με κατάληξη κάποιο εξατομικευμένο τίτλο σπουδών, χωρίς καμιά δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης με την είσοδο στην άσκηση του επαγγέλματος. Ως νέος εργαζόμενος σύντομα θα πρέπει να «επικαιροποιήσει» τα ληξιπρόθεσμα εφόδιά του και θα αναγκαστεί να καταφύγει σε μια Σχολή δια βίου εκπαίδευσης καταβάλλοντας δίδακτρα.

Οι φοιτητές θα σπουδάζουν μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες: διάρκεια εξαμήνων, συνολική διάρκεια, κίνδυνος διαγραφής ή επιβολής κάποιας «τιμωρίας». Κανένα περιθώριο για ανάπτυξη κριτικής σκέψης, αμφισβήτησης, συλλογικής έκφρασης, διεκδίκησης και αγώνων. Πιστεύουν ότι έτσι θα ξεμπερδεύουν με το φοιτητικό κίνημα! Ο απόφοιτος θα είναι «έτοιμος» να εργασθεί ανασφαλής, χωρίς δικαιώματα, χωρίς εφόδια που αντέχουν στο χρόνο, ένας μελλοντικός εργαζόμενος έτοιμος για τις μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας που έχουν ήδη επιβληθεί.

Υποβαθμίζεται και συρρικνώνεται το διδακτικό προσωπικό

Η κυβέρνηση με την πολιτική της για δραστική συρρίκνωση της ανώτατης εκπαίδευσης, εκτός από τον οικονομικό μαρασμό των πανεπιστημίων, έχει ήδη επιβάλει σημαντική συρρίκνωση των διδασκόντων, με το μη διορισμό εκατοντάδων εκλεγμένων μελών ΔΕΠ, με το πάγωμα των εξελίξεων και της προκήρυξης νέων θέσεων που προκύπτουν από τις αποχωρήσεις και με τη σταδιακή κατάργηση των συμβασιούχων διδασκόντων του ΠΔ 407. Αυτά ισχύουν και για το υπόλοιπο προσωπικό.

Αυτό όμως δεν τους αρκεί. Το νομοσχέδιο καταργεί τους Λέκτορες και τη μονιμότητα στους Επίκουρους Καθηγητές, κρατώντας σε καθεστώς ομηρίας του υπάρχοντες. Έτσι θα εξαναγκάσει ένα σημαντικό μέρος αυτού του επιστημονικού δυναμικού νέων ανθρώπων, του οποίου η συνεισφορά στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο του πανεπιστημίου είναι καθοριστική, να εγκαταλείψει το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Μεγάλη ανασφάλεια και συνθήκες υποταγής στην αυθαίρετη νέα αρχή ή φυγής δημιουργούν και οι προβλεπόμενοι έλεγχοι των «επιδόσεων» του μόνιμου προσωπικού Καθηγητών και Αναπληρωτών Καθηγητών με απειλές ποινών.
Για την κάλυψη των μεγάλων διδακτικών αναγκών σχεδίασαν την πρόσληψη ωρομίσθιων «εντεταλμένων διδασκαλίας» με ατομικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χωρίς δυνατότητα ερευνητικής δραστηριότητας και χωρίς προοπτική εξέλιξης. Πρόκειται για γενίκευση της μαύρης εργασίας δίπλα σε εκείνη των μεταπτυχιακών φοιτητών και των υποψηφίων διδακτόρων!

Και επέρχεται η συνολική εργασιακή και μισθολογική υποβάθμιση με το «ενιαίο μισθολόγιο του δημοσίου».


Καταργείται η ακαδημαϊκή αυτοτέλεια του πανεπιστημίου -Αποικιακού τύπου υποτέλεια– «διεθνοποίηση»

Η κυβέρνηση και όλα τα επιτελεία που τη στηρίζουν, με συστηματική δυσφήμιση της πανεπιστημιακής κοινότητας και του έργου που επιτελεί, επιδιώκει να προβάλλουν την εικόνα μιας κοινότητας ανάξιας, διεφθαρμένης, αμφίβολης επιστημονικής αξίας και εγκυρότητας και σαν «θεραπεία» επιβάλλει τη «διεθνοποίηση». Για να εξασφαλίσει την υποτιθέμενη εγκυρότητα, αντικειμενικότητα και κύρος, επιβάλλει τη συμμετοχή επιστημόνων από το εξωτερικό σε όλες τις λειτουργίες του πανεπιστημίου: στη διοίκηση, στις κρίσεις των μελών ΔΕΠ, στη διδασκαλία, στην αξιολόγηση και πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και των τίτλων, ακόμη και στην κρίση μιας διδακτορικής διατριβής!

Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί συμπεριφορά επιτελικών παραγόντων με συμπλέγματα κατωτερότητας που απαξιώνουν ό,τι είναι εγχώριο και υπερτιμούν άκριτα ό,τι προέρχεται από το εξωτερικό. Όμως δεν είναι (κυρίως) αυτό. Είναι κυρίως η εμπάθεια απέναντι σε μια κοινότητα η οποία, παρά τις πολλές αδυναμίες και τα προβλήματα, παρά τον οικονομικό μαρασμό και το θεσμικό στραγγαλισμό που τα τελευταία χρόνια τής επιβάλλονται, έδειξε ότι ξέρει να αντιστέκεται, ξέρει να αποτρέπει την ισοπέδωση και να υπερασπίζεται τη δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση, όπως έκανε με την αναθεώρηση του άρθρου 16 και με το νόμο Γιαννάκου (που ακόμα βασικές ρυθμίσεις του δεν έχουν επιβληθεί στο σύνολο των πανεπιστημίων χάρη στις αντιστάσεις αυτής της κοινότητας).

Με την επιβολή των «ξένων εγγυητών» ακολουθείται η ίδια πολιτική υποταγής με το «διευθυντήριο» και τους «τεχνοκράτες» της τρόικα και τους «κομισάριους» που θα επιβλέψουν την εφαρμογή του μνημονίου, του «μεσοπρόθεσμου» και την εκποίηση του δημόσιου πλούτου. Παράλληλα όμως, θεσμοθετούν τη δυνατότητα να φέρουν από το εξωτερικό, ουσιαστικά ανεξέλεγκτα, «δικά τους παιδιά».

Αυτή η επίθεση προσβάλλει την αξιοπρέπεια των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας και αποβλέπει στην υποταγή όλων σε ένα καθεστώς ανελεύθερο και αυθαίρετο στο οποίο δεν θα έχουν καμιά δυνατότητα παρέμβασης. Πρόκειται για μια εκστρατεία καθυπόταξης για την επιβολή και στο χώρο του πανεπιστημίου του ανελέητου κοινωνικού πολέμου που διεξάγει η κυβέρνηση ενάντια στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

Αυτό το πολεμικό σχέδιο πρέπει να αποσυρθεί!

Η συντριπτική πλειοψηφία της πανεπιστημιακής κοινότητας (ΓΣ συλλόγων διδασκόντων, φορείς φοιτητών, ΕΕΔΙΠ, φορείς Εργαζομένων, Σύγκλητοι, Σύνοδος Πρυτάνεων) απορρίπτει το νομοσχέδιο και απαιτεί την απόσυρση ή την μη κατάθεσή του. Ακόμη και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ, που είχε απομείνει το μοναδικό στήριγμα της κυβέρνησης και συνδιαμορφωτής της πολιτικής της στα πανεπιστήμια, κάτω από τη μεγάλη πίεση των συλλόγων αναγκάστηκε να απαιτήσει την μην κατάθεση του νόμου. Οι ΓΣ των συλλόγων με τις αποφάσεις τους δημιουργούν προϋποθέσεις για οριζόντια συντονισμένη δράση, πανεπιστημιακών, φοιτητών, εργαζομένων, σε κάθε ίδρυμα και μεταξύ ιδρυμάτων.

Μόνη διέξοδος είναι ο αγώνας της πανεπιστημιακής κοινότητας για τη δημόσια δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση να ενταχθεί στη δυναμική των αγώνων των εργαζομένων, των νέων, του λαού για να ανατραπεί η κυβέρνηση του μνημονίου και η πολιτική της.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Νομοσχέδιο - τερατούργημα

πηγή: avgi.gr
Του Γιώργου Σταθάκη*


Ποιοι είναι αυτοί που επιχειρούν να αναμορφώσουν την Ανώτατη Παιδεία είναι πάντα ένα αρχικό ερώτημα που προβληματίζει. Θα μπορούσε να είναι όντως καταξιωμένοι πανεπιστημιακοί με θετική θητεία στο δημοκρατικό πανεπιστήμιο. Θα μπορεί να είναι όμως και μια παρέα “αποτυχημένων” πανεπιστημιακών, αυτών που αδυνατούν να εκλεγούν ακόμα και πρόεδροι τμήματος. Ή θα μπορούσε να είναι μια παρέα “πετυχημένων” πρυτάνεων, με τη γνωστή συναλλαγή με τις φοιτητικές παρατάξεις, και που τώρα κόπτονται για ένα πανεπιστήμιο χωρίς αυτοδιοίκηση. Θα μπορούσε τέλος να είναι πανεπιστημιακοί με δάφνες στην επιστήμη τους, που όντως λόγω ιδεολογίας δεν θέλουν αυτό το βαρίδι του αρχέγονου δημοκρατικού πανεπιστημίου, αυτού του διαφωτιστικού προτάγματος, που θέλει το πανεπιστήμιο πεδίο ελεύθερης αναζήτησης επιστημονικών ιδεών και διαμόρφωσης δημοκρατικών πολιτών.
Η αγορά δεν χρειάζεται σίγουρα το δεύτερο και το πρώτο μπορεί να περιοριστεί σε λίγα κέντρα “αριστείας”, αφήνοντας το μαζικό πανεπιστήμιο να κάνει αυτό που κατ' αυτούς πρέπει, να προσφέρει δηλαδή κολεγιακού τύπου σπουδές. Αρκετές από τις ιδέες αυτές βρήκαν εξάλλου τον δρόμο τους στις συμφωνίες της Μπολόνια και αλλού.
Η αποκάλυψη των προσώπων που εδώ και μήνες κάνουν αυτή την κοπτοραπτική του νομοθετήματος και η αποκάλυψη των βιογραφικών τους θα ήταν ένα ενδιαφέρον εγχείρημα. Η δημοσιοποίηση της λίστας των πανεπιστημιακών των επιτροπών του ΠΑΣΟΚ θα έλυνε ένα μυστήριο. Με ποιους καλείται τελικά η πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας, οι 10.000 καθηγητές και οι 200.000 φοιτητές, να συζητήσουν;
Αυτό θα μπορούσε να λύσει και το μυστήριο της ουσίας του νομοσχεδίου.
Της περίφημης τριπλής κατάργησης.
α) Καταργεί τις εκλεγμένες διοικήσεις τμημάτων, σχολής, πανεπιστημίου, μαζί φυσικά με τα συμμετοχικά όργανα, Γενική Συνέλευση Τμήματος, Γενική Συνέλευση Σχολής και Σύγκλητο που έχουν όλες τις αποφασιστικές αρμοδιότητες (πρόγραμμα σπουδών, εκλογές μελών ΔΕΠ, ακαδημαϊκά θέματα, διοικητικά και οικονομικά θέματα).
Έτσι το πανεπιστήμιο αποκτά αρχές διοίκησης με “διευθυντικό δικαίωμα” και ιεραρχική διευθυντική δομή. Κάτι σαν τις εταιρείες.
β) Καταργεί το τμήμα ως βασική ακαδημαϊκή και διοικητική μονάδα. Όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου είναι όμοια ακριβώς επειδή είναι οργανωμένα με βάση το τμήμα, δηλαδή τη βασική επιστήμη (φυσικά, μαθηματικά, οικονομικά, νομικά, ιατρική, μηχανικοί κ.ο.κ). Μάλιστα η αυτονόμηση μιας επιστήμης συνήθως ακολουθεί μια μακρά περίοδο επιστημονικού διαλόγου, πριν χωριστεί για παράδειγμα η βιολογία ή η επιστήμη των υπολογιστών. Το τμήμα δεσμεύει διαδοχικά το εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο, λόγω του ενιαίου της επιστήμης διεθνώς, και φυσικά το επάγγελμα και τα συναφή δικαιώματα. Αντί για αυτό προτείνει σχολές και προγράμματα σπουδών, έννοιες αδόκιμες, “ελληνικές πατέντες” κολεγιοποίησης των πανεπιστημίων.
γ) Καταργεί τη δέσμευση της πολιτείας να χρηματοδοτεί τα πανεπιστήμια προκειμένου να ασκούν το διδακτικό (και ερευνητικό τους έργο). Τα πανεπιστήμια θα θέτουν στόχους, η υλοποίηση των οποίων θα φέρνει πόρους -δημόσιους πόρους εάν φέρνουν ιδιωτικούς, και αυτός ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των δημόσιων πόρων θα ωθεί τους “λιγότερο ανταγωνιστικούς” στην πλήρη εξάρτηση από τους ιδιωτικούς ή τελικά στον αφανισμό. Το νομοσχέδιο έχει όντως "κρυφή ατζέντα", που είναι τα δίδακτρα και τα αμοιβώμενα προγράμματα σπουδών και η σταδιακή συρρίκνωση της δημόσιας χρηματοδότης.
Η τριπλή κατάργηση δεν αφήνει περιθώρια διαλόγου. Διότι όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα μπορούσε να είναι ένα ελεγκτικό όργανο δίπλα στα εκλεγμένα όργανα που θα ασκούσε έλεγχο και θα διασφάλιζε ότι δεν γίνεται κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος (όπως γίνεται στην Κύπρο και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης όπου εμφανίστηκε ο θεσμός). Οι εξωτερικές επιτροπές στις εκλογές μελών ΔΕΠ θα μπορούσε να είναι εισηγητικές επιτροπές, και όχι εκλεκτορικά σώματα (όπως είναι στην Κύπρο και σε πολλές χώρες της Ευρώπης). Η διαφάνεια του πανεπιστημίου θα μπορούσε να γίνει με τη θεσμική θωράκιση του. Τη νομοθέτηση δηλαδή των κανόνων που έχουν ήδη πολλά τμήματα της χώρας (οι διδάκτορες δεν μπορούν να εκλεγούν στο ίδιο πανεπιστήμιο, στα εκλεκτορικά δεν είναι επιτρεπτό να συμμετέχουν συν-συγγραφείς άρθρων, κ.ο.κ.).
Μα όλα αυτά και άλλα πολλά, δεν αφορούν τη βελτίωση και την επίλυση των προβλημάτων του ελληνικού πανεπιστημίου. Αυτό που αφορά τους εμπνευστές του νομοσχεδίου είναι η διάλυση του και η δημιουργία μιας κατευθυνόμενης και οικονομικής επιχείρησης που θα προσφέρει μαζικά φτηνά πτυχία, αδιαφορώντας πλήρως για τις στοιχειώδεις μέριμνες περί επιστήμης, έρευνας, ή διαφάνειας. Αυτές οι αξίες αποτελούν εξάλλου προνόμιο μόνο πανεπιστημιακών συστημάτων σε όλο τον κόσμο που τηρούν στο ακέραιο τις καταστατικές αρχές του δημοκρατικού πανεπιστημίου. Για τον λόγο αυτό και τα κοινά στοιχεία είναι αυτά που κυριαρχούν είτε πρόκειται για το Πολυτεχνείο της Τεχεράνης, το Μετσόβιο ή το ΜΙΤ. Οι επιστήμες είναι διεθνείς, τα τμήματα προάγουν μία κοινή επιστήμη, και τα τμήματα είναι αυτοδιοικούμενα. Μπορεί στην Τεχεράνη το καθεστώς να θέλει να ελέγξει το πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα λίγο λιγότερο, στην Αμερική καθόλου. Αλλά σε κάθε περίπτωση με το τμήμα στη θέση του και το αυτοδιοικούμενο των πανεπιστημίων να αποτελεί τον κοινό κανόνα, ο “έλεγχος” έχει περιορισμένα όρια κατά την άσκησή του. Χωρίς το τμήμα και το αυτοδιοίκητο, όλα είναι δυνατά.

* Ο Γ. Σταθάκης είναι αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης

Οι 8 γκρίζες ζώνες των αλλαγών σε ΑΕΙ και ΤΕΙ

πηγή: Ελευθεροτυπία

Ο φόβος ότι δεν θα ανοίξουν τα πανεπιστήμια το Σεπτέμβριο, μετά τις έντονες αντιδράσεις εκπαιδευτικών, πρυτάνεων και φοιτητών, πλανάται πάνω από το υπουργείο Παιδείας. 

Μετά τη γενική κατακραυγή, δόθηκε μια μικρή παράταση διαλόγου, και η ψήφιση του νομοσχεδίου υπολογίζεται τώρα στο τέλος Αυγούστου. Τότε όμως αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς επιστρέφουν οι φοιτητές και όλες οι παρατάξεις κάνουν λόγο για κινητοποιήσεις τέτοιου εύρους, που θα προκαλέσουν αλλαγές σε βασικές διατάξεις του. Η υπουργός Παιδείας δεν μπορεί πλέον να ποντάρει στη μεταρρύθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ως «επένδυση» για το πολιτικό της μέλλον. Ηδη, μετά την απόρριψη των αλλαγών από πρυτάνεις και προέδρους ΤΕΙ, φαίνεται να οδηγείται σε «αναθεωρήσεις» διατάξεων.
Η υπουργός είχε αντιληφθεί ότι πολλά σημεία των αλλαγών δεν θα γίνονταν αποδεκτά από την ακαδημαϊκή κοινότητα και, στη χειρότερη περίπτωση, δεν θα εφαρμόζονταν. Γι' αυτό «έκλεισε» το μάτι στους πανεπιστημιακούς, δηλώνοντας με νόημα σχετικά με την αναδιάρθρωση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του εκπαιδευτικού προσωπικού: «Θα είμαι γενναιόδωρη στις μεταβατικές διατάξεις, διότι οι άνθρωποι έχουν κάνει προγραμματισμό ζωής».
Αν δεν αποσύρει τη διάταξη, το χειρότερο που μπορεί να κάνει, λένε πανεπιστημιακοί στην «Κ.Ε.», είναι να αφήσει τα πράγματα ως έχουν για τους νυν υπηρετούντες και να ισχύσουν οι αλλαγές για τους νεοεισερχόμενους.
Τι προτίθεται όμως, να κάνει η υπουργός με το μείζον θέμα τριβής, που είναι τα συμβούλια διοίκησης;
«Αν ο πρύτανης, έστω και εξωπανεπιστημιακός, εκλέγεται από το σύνολο του διδακτικού προσωπικού, αυτό θα είναι μια βάση συζήτησης» λένε πολλοί καθηγητές στην «Κ.Ε.».
Συγχρόνως, το υπουργείο επιχειρεί να διχάσει Πανεπιστήμια-ΤΕΙ, προσφέροντας, δίκην «καρότου», στα τελευταία το δικαίωμα διδακτορικών την ώρα που καταργεί τον καθηγητή εφαρμογών, δηλαδή τη στοιχειώδη ειδικότητα για την ύπαρξη ενός τεχνολογικού ιδρύματος.
Η Αννα Διαμαντοπούλου -εκτιμούν πολλοί πρυτάνεις- ενδεχομένως ενδιαφέρεται λιγότερο να υλοποιηθούν οι διατάξεις και περισσότερο να περάσει το νομοσχέδιο, θεωρώντας ότι έτσι θα κερδίσει το στοίχημα.
Οι γκρίζες ζώνες, δηλαδή τα σημεία που καθιστούν τα μέτρα ανεφάρμοστα, είναι:
1) Σημαντικότερο σημείο είναι το συμβούλιο που θα διοικεί το ίδρυμα, με υπερεξουσίες. Θα είναι 15μελές με επτά εσωτερικά μέλη εκλεγμένα από το ΔΕΠ, τα οποία θα εκλέγουν επτά εξωτερικά, ενώ θα υπάρχει και ένας εκπρόσωπος φοιτητών. Το συμβούλιο θα εκλέγει τον πρόεδρό του και θα διορίζει τον πρύτανη μετά από διεθνή διαγωνισμό.
Πέρα από τις υπόνοιες αντισυνταγματικότητας του μέτρου, οι καθηγητές επισημαίνουν ότι με αυτό τον τρόπο παραδίδεται η διοίκηση του ιδρύματος σε μία διαρχία (πρόεδρος συμβουλίου και πρύτανης). Το ολιγομελές αυτό όργανο, που δεν είναι εκλεγμένο από το σύνολο της κοινότητας, αποκτά υπερεξουσίες, αφού έχει συνολικά 17 διαφορετικές αρμοδιότητες, με ακαδημαϊκό, οικονομικό και διοικητικό περιεχόμενο. Δεν θα είναι δηλαδή απλώς ελεγκτικό, αλλά θα ασχολείται με τη χρηματοδότηση, θα διορίζει κοσμήτορες, θα μπορεί να απολύει τον πρύτανη κ.λπ. Επιπλέον θα επιχειρηθεί το δυσκολότερο όλων: να βρουν κοινή συνισταμένη απόψεων ο πρύτανης, το συμβούλιο αλλά και η σύγκλητος, που πλέον είναι ολιγομελής.
«Ολα αυτά δημιουργούν δυσλειτουργίες» -λένε στην «Κ.Ε.» οι καθηγητές- «αλλά κυρίως δεν είναι νομιμοποιημένα στην πράξη και στη συνείδηση της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αν έχουμε προβλήματα μέσα στα πανεπιστήμια τώρα που διοικούνται από εκλεγμένα όργανα, με τις νέες διατάξεις με ποιο κύρος θα επιβάλουν τις αποφάσεις ο πρύτανης και το συμβούλιο; Μήπως θα διοικούν με τα ΜΑΤ;»
2) Οι νέες βαθμίδες του διδακτικού προσωπικού (ΔΕΠ) που μετά την κατάργηση των λεκτόρων, διακρίνονται σε καθηγητές α' βαθμίδας, αναπληρωτές και επίκουρους. Ολες οι διαδικασίες αλλά και οι αρμοδιότητες, λένε οι πανεπιστημιακοί, επιστρέφουν στην παντοδυναμία της έδρας. Ολες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στους καθηγητές, οι οποίοι θα μπορούν να ελέγχουν και τις εκλογές των επτά μελών του συμβουλίου. Οι λέκτορες φαίνεται ότι θα υποβαθμιστούν να διδάσκουν στα ταχύρρυθμα προγράμματα, που θα παρέχουν μόνο κατάρτιση.
3) Σημείο αμφισβήτησης αποτελεί και ο τρόπος χρηματοδότησης, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου οι περικοπές αγγίζουν ήδη το 50%. Τα πανεπιστήμια, δίκην εταιρειών, θα ξεκινήσουν αργά ή γρήγορα, λόγω της υποχρηματοδότησης, το κυνήγι του ευρώ.
Η θέσπιση μιας ανεξάρτητης αρχής διευρυμένων αρμοδιοτήτων, με παρέμβαση στη χρηματοδότηση, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, λένε οι καθηγητές. Προφανώς, εκτιμούν ότι το υπουργείο έχει στόχο την περαιτέρω μείωση των κονδυλίων, και των διορισμών. Και γι' αυτό μεταθέτει την ευθύνη του σε «ενδιάμεσο» φορέα, που θα ενεργεί δίκην ανώνυμης εταιρείας, όταν ο ρόλος της ανεξάρτητης αρχής είναι, σε όλο τον κόσμο, η πιστοποίηση της ποιότητας.
4) Η δημιουργία σχολών και η κατάργηση των σημερινών τμημάτων. «Πώς θα γίνει αυτό εν μια νυκτί», λένε οι καθηγητές, όταν πρέπει να έχεις δύο διαφορετικά περιεχόμενα σπουδών για να τα κάνεις σχολή; Πώς μπορείς να «σπάσεις» την ιατρική σχολή σε «υποσχολές»; Πώς μπορείς να δημιουργήσεις σχολή σε πανεπιστήμια με τμήματα διασκορπισμένα σε διαφορετικές πόλεις; Πώς μπορείς να δημιουργήσεις κοινό έτος σπουδών σε κάθε πανεπιστήμιο για να εισαγάγεις τους νέους φοιτητές μετά την κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων, δημιουργώντας δηλαδή προπαρασκευαστικό έτος;
Μόνο σε οικονομικές επιστήμες μπορεί να υλοποιηθεί η διάταξη, καθώς εξειδικεύσεις όπως η μικροοικονομία, η μακροοικονομία, το μάρκετινγκ κ.λπ. μπορούν να ενωθούν σε μία σχολή.
Το εγχείρημα αυτό είναι τόσο δύσκολο, που, όπως φάνηκε από τη συνάντηση Διαμαντοπούλου-Σαμαρά, θα είναι από τα πρώτα που θα διαφοροποιηθεί. Σ' αυτή την περίπτωση όμως τινάζεται στον αέρα και το σχέδιο αλλαγής των πανελλήνιων εξετάσεων, το οποίο βασίζεται στην είσοδο των φοιτητών σε προπαρασκευαστικό έτος πριν από την επιλογή κατευθύνσεων.
5) Ασαφές σημείο παραμένει και η διάταξη περί «ασύλου». Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη δεν υπάρχει στο κείμενο, αλλά αναφέρεται νεφελωδώς ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η ελευθερία της διδασκαλίας, της έρευνας και της διακίνησης ιδεών, ανατρέποντας το χωροταξικό μοντέλο που ερμηνευόταν συχνά ότι το άσυλο προστατεύει προαύλια και πεζοδρόμια.
6) Η δυνατότητα δημιουργίας τριετών κύκλων σπουδών, κατά τις επιταγές της συμφωνίας της Μπολόνια. Αν επιβληθεί αυτό και στη χώρα μας, θα οδηγήσει στην υποβάθμιση των πτυχίων και την απονομή μόνο επαγγελματικών δικαιωμάτων. Η μέχρι τώρα πρακτική διεθνώς -λένε οι καθηγητές- έχει αποδείξει ότι όπου εφαρμόστηκε το μοντέλο απέτυχε και τώρα προσπαθούν να το αλλάξουν, διότι δεν μπορεί να δοθεί πλήρης κατάρτιση μόνο με τρία χρόνια.
7) Ελλειψη ουσιαστικής εκπροσώπησης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας στα όργανα, δηλαδή των καθηγητών (εκπροσωπούνται μόνο στο συμβούλιο), των φοιτητών (ένας μόνο συμμετέχει στο συμβούλιο), των διοικητικών και λοιπών εργαζομένων. Οι κύριοι μοχλοί λειτουργίας του ιδρύματος απουσιάζουν από τα βασικά όργανα διοίκησης.
8) Προβληματική είναι τέλος και η διάταξη για τη συγχώνευση, κατάργηση τμημάτων και ολόκληρων ιδρυμάτων, αφού δεν προβλέπονται οι συνέπειες τόσο για τους φοιτητές όσο και για τους ήδη υπηρετούντες.

Χρηματοδότηση των πανεπιστημίων: μια βαθιά αγωνία

πηγή: avgi.gr
Της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ*

Η χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων, όπως αυτή διαφαίνεται από το προτεινόμενο προσχέδιο νόμου, καθώς και από τις μέχρι σήμερα κυβερνητικές πρακτικές, προκαλεί μια βαθειά αγωνία. Για το πώς αυτή προδιαγράφεται, για το τι την εγγυάται, με τι όρους, σε ποια επίπεδα;
Ας ξεκινήσουμε, όμως, από το στοιχειώδες, που ίσως δεν είχαμε φανταστεί λίγους μήνες νωρίτερα: την επισφάλεια της μισθοδοσίας του προσωπικού των ΑΕΙ. «Ως προς το οικονομικό σκέλος, οι συμφωνίες προγραμματικού σχεδιασμού κάθε ιδρύματος εξειδικεύονται (α) στις λειτουργικές δαπάνες, (β) στις επενδύσεις και (γ) σε όλο το προσωπικό του ιδρύματος» (σελ. 89). Απαιτείται λοιπόν η απόλυτη και ρητή διασφάλιση, μέσα στον οποιονδήποτε ενδεχόμενο νέο νόμο, της απευθείας καταβολής από το κράτος των μισθών όλου του προσωπικού των δημοσίων πανεπιστημίων.
Νέο στοιχείο, ιδιαίτερα κρίσιμο για την υπόσταση των ΑΕΙ, είναι η εισαγωγή της «χρηματοδότησης από ιδιωτικούς φορείς ... με τους ειδικότερους όρους ... που μπορεί να προβλεφθούν με προεδρικό διάταγμα» (σελ. 79). Δεν είναι διόλου γνωστό το τι θα προβλεφθεί στο εν λόγω προεδρικό διάταγμα (εάν αυτό υπάρξει), ενώ σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι «πόροι του ΝΠΙΔ είναι… χρηματοδοτήσεις από οποιαδήποτε ιδιωτική πηγή, ημεδαπή ή αλλοδαπή» (σελ. 86). Είναι, όμως, ευρέως γνωστά τα προβλήματα, για παράδειγμα αγγλικών πανεπιστημίων που δέχθηκαν χρηματοδοτήσεις είτε από ιδιωτικούς φορείς (έρευνες αμφίβολης αντικειμενικότητας), είτε από πολιτικούς φορείς χωρών (π.χ. Λιβύης, με αντάλλαγμα πτυχία συγκεκριμένων ατόμων). Η ανεξαρτησία της έρευνας και η εγκυρότητα των πτυχίων καθορίζουν την «αυτοτέλεια των πανεπιστημίων» και συνιστούν υπ' αριθμόν ένα σημείο διασφάλισης για την παραγωγή νέας γνώσης και την ποιότητα της εκπαίδευσης, εδώ και αιώνες. Όταν όμως το ύψος των πόρων που προσελκύουν τα πανεπιστήμια θεωρείται επίτευγμα προς επιβράβευση, οι διοικήσεις πανεπιστημίων που θα λειτουργούν με χρηματοοικονομικά και όχι ακαδημαϊκά κριτήρια θα οδηγηθούν (ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης) σε εγκληματικά παραστρατήματα.
Δεύτερο νέο στοιχείο συνιστά η ίδρυση Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου με τη μορφή Ανώνυμων Εταιρειών που θα διαχειρίζονται τους πόρους και την περιουσία των Πανεπιστημίων. Η συνταγματική εγκυρότητα των ανώνυμων αυτών εταιρειών δημοσίων πανεπιστημίων, βρίσκεται υπό έντονη αμφισβήτηση. Επιπρόσθετα, είναι χαρακτηριστικό ότι, πέρα από την ασάφεια της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, η Γενική Συνέλευση αυτής ταυτίζεται με το ίδιο το Συμβούλιο του Ιδρύματος (σελ. 86), αντί για τη Σύγκλητο: μια σύλληψη που δεν θα μπορούσαν να τη φανταστούν ούτε οι ελάχιστοι φανατικοί υπέρμαχοι της διαχείρισης των πανεπιστημίων με όρους εταιρειών.
Τρίτο στοιχείο, η κατανομή της δημόσιας επιχορήγησης για τα λειτουργικά έξοδα, που αναφέρεται πλέον σε δύο επίπεδα χρηματοδότησης:
(Α) Τη «βασική χρηματοδότηση», όπου έχουμε την υπόσχεση εισαγωγής «αντικειμενικών κριτηρίων». Είθε να τα δούμε κάποτε, αφενός να είναι πράγματι αντικειμενικά και αφετέρου ο συνδυασμός τους να καταλήγει σε δίκαιη χρηματοδότηση. Κι αυτό γιατί το κράτος στην Ελλάδα χρηματοδοτεί εδώ και δεκαετίες τα πανεπιστήμια με τον πλέον απαράδεκτο τρόπο: ποσά που καθορίστηκαν κάποια στιγμή αυθαίρετα εξακολουθούν να δίδονται επίσης αυθαίρετα, δίχως να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικές ανάγκες.
(Β) Την «πρόσθετη χρηματοδότηση» που συνιστά νέα κατηγορία και βασίζεται σε δείκτες ‘ποιότητας’ και ‘επιτευγμάτων’. Μια κατηγορία δεικτών είναι η ‘αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας’ (‘άμεση περάτωση των σπουδών’, ‘πορεία επαγγελματικής ένταξης αποφοίτων’ κ.ά.), ενώ μια άλλη κατηγορία είναι η ‘διεθνοποίηση’ (π.χ. αριθμός φοιτητών από το εξωτερικό). Πέρα από το ποια θα είναι πράγματι τα κριτήρια αυτά («Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας … καθορίζονται οι προϋποθέσεις κατανομής της, ομαδοποιούνται οι δείκτες και εξειδικεύεται η βαρύτητά τους» (σελ. 91), ενδεχόμενα να οδηγήσουν στη σταθερή πριμοδότηση δύο-τριών κεντρικών πανεπιστημίων που εκκινούν από ένα υψηλό επίπεδο υποδομών…, ενώ αντίθετα τα μεγάλα πανεπιστήμια της περιφέρειας, με ελλιπείς υποδομές και αδυναμία εξασφάλισης της φοιτητικής μέριμνας, θα πιεστούν προς αλλοίωση της λειτουργίας και της αποστολής τους.
Χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της χρηματοδότησης παίζει η Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), με έναν άμεσο και έναν έμμεσο ρόλο. Η ΑΔΙΠ καθορίζει το σύστημα χρηματοδότησης λειτουργικών εξόδων και ίσως να είναι πράγματι εγκυρότερος ο προσδιορισμός ενός τέτοιου συστήματος από μία Αρχή (αρκεί να είναι όντως ‘Ανεξάρτητη’), παρά από τις ηγεσίες υπουργείων περαστικών κυβερνήσεων. Ο έμμεσος, αλλά κρίσιμος ρόλος είναι αυτός της πιστοποίησης και της άμεσης συσχέτισης αξιολόγησης - χρηματοδότησης, εφόσον η εισήγηση ενός πανεπιστημίου για την τετραετή συμφωνία χρηματοδότησης λαμβάνεται υπόψη από το υπουργείο, κυρίως «ως προς τη συμμόρφωση στα αποτελέσματα της αξιολόγησης και της πιστοποίησης» (σελ. 89).
Τέλος, όσον αφορά τις προθέσεις, ας μη μας διαφεύγει πως έχει ήδη γίνει η εξής πρόβλεψη: «προκειμένου περί παγίων λειτουργικών δαπανών των ΑΕΙ … επιτρέπεται η κάλυψή τους, εν όλω ή εν μέρει από πόρους του ΝΠΙΔ» (σελ. 86).
Κι ας μην ξεχνάμε παράλληλα πως κατά την τρέχουσα περίοδο, η κυβέρνηση έχει ρίξει στον πάτο των προτεραιοτήτων χρηματοδότησης τα ΑΕΙ, με μείωση 70%(!), ενώ ακόμα και το «Μνημόνιο 2» δεν προβλέπει μείωση για την Παιδεία παρά μόνο 7%.
Σε τι λοιπόν να βασιστούμε και πώς να συναινέσουμε, βάζοντας υποθήκη το μέλλον της ανάπτυξης αυτής της χώρας, το μέλλον της επιστήμης, το μέλλον της παιδείας;
Εν κατακλείδι, η έλλειψη στρατηγικής για την παιδεία και την έρευνα που ταλάνιζε την ελληνική κοινωνία εδώ και δεκαετίες φαίνεται πως αντικαθίσταται σήμερα από τη σαρωτική συρρίκνωση των πανεπιστημίων, που θα επιβληθεί με όρους «αγοράς», σε αντικατάσταση των όρων παραγωγής νέας γνώσης, αναγκών παιδείας και ανάπτυξης της Ελλάδας.


* Η Αγγ. Δημητρακοπούλου είναι αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

ΔΕΚΑ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΛΗ ΑΝΩΤΑΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

του Κώστα Σταμάτη,  Καθηγητή Νομικής στο ΑΠΘ

Α. Οι εξελίξεις ύστερα από τις διακηρύξεις της Μπολόνια (Ιούνιος 1999) και της Σαλαμάνκα (Απρίλιος 2001) εκ μέρους των Ευρωπαίων Υπουργών Παιδείας είχαν πολλαπλούς στόχους. Κύριος στόχος τους είναι η υπαλληλία των πανεπιστημιακών σπουδών στις ανάγκες της «αγοράς» (relevance to the market), με αλυσιδωτά και ανησυχητικά επακόλουθα ως προς τη διδασκαλία, την έρευνα, την καλλιέργεια της ίδιας της επιστήμης. Επίσης όμως ως προς τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση, τον τρόπο και το πνεύμα αξιολόγησης των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων κ.ο.κ.
Πρόκειται για την πολιτική και αξιακή επιλογή ότι το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο οφείλει να αυτοθεωρείται στο εξής ως επιχειρηματική (entrepreneurial) μονάδα, ως διαχειριστής πόρων σε σκληρό ανταγωνισμό προς τους ομοίους του, τόσο στη διδασκαλία και την έρευνα όσο και στην ίδια τη διοίκησή του. Όχι ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε επαφή με τον εξωτερικό περίγυρο που συναποτελούν οι επιχειρήσεις και η αγορά εργασίας, αλλά ως κανονικός συμπαίκτης στην «αγορά» και τα κερδοσκοπικά ήθη της.
Τι μπορούν να αντιτάξουν σε αυτό το σκυθρωπό πνευματικό τοπίο όσοι και όσες δεν έχουν πάψει να προσβλέπουν σε ένα καλό πανεπιστήμιο και μία καλύτερη κοινωνία; Στην παρούσα ιστορική φάση στον κόσμο, στη γηραιά ήπειρο και στη χώρα μας, αξίζει να αγωνισθούμε, σε πολύ γενικές γραμμές, στα ακόλουθα αξιακά αναχώματα, δεσμευτικά της ακαδημαϊκής πολιτικής και της συμπεριφοράς καθενός. Οι θέσεις αυτές δεν διατυπώνονται αμυντικά, αλλά με σαφώς θετική και εποικοδομητική πρόθεση, διότι πρόκειται για δεσμευτικές αρχές ακαδημαϊκής πολιτικής, με διάρκεια και ισχύ πολύ ευρύτερη της τρέχουσας συγκυρίας.

Β. 1) Περιφρούρηση της απειλούμενης, εκ των έξω και εκ των ένδον, δημοκρατικής λειτουργίας της ακαδημαϊκής ζωής. Σεβασμός στην ακαδημαϊκή ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την αυτονομία των μελών όλων των πανεπιστημιακών βαθμίδων. Το υπό αναζήτηση όραμα για το πανεπιστήμιο πρέπει να αφήνεται στην ελεύθερη διαπάλη των ιδεών, αποτελώντας αντικείμενο εναλλακτικών προσεγγίσεων. Τα οράματα για κάτι καλύτερο δεν επιβάλλονται εκ των άνω και ιεραρχικά, αλλά πλάθονται από συμπράττοντες, ενεργούς και ισότιμους πολίτες. Και καθίστανται ελκυστικά μονάχα χάρη στην ποιότητα των λόγων που προβάλλονται πειστικά και δημοσίως υπέρ αυτών.
2) Διατήρηση του πνευματικού χαρακτήρα του πανεπιστημίου ως universitas, για ουσιαστική γνώση της φύσης, της ανθρώπινης ζωής και της κοινωνίας, χαρακτήρας που αποκρυσταλλώθηκε στον 20ό αιώνα, προ πάντων κατά την περίοδο του κοινωνικού κράτους. Με λειτουργική, ερευνητική και παιδευτική αυτονομία απέναντι στα κερδώα κριτήρια και τις ιδιοτελώς ωφελιμιστικές πιέσεις της «αγοράς», αφενός, αλλά και απέναντι στην κρατική κηδεμονία, αφετέρου.