Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Ποιο μέλλον σχεδιάζουν απαξιωμένα Πανεπιστήμια

πηγή: Αυγή
Του Ιωάννη Δ. Παντή*

Τα πανεπιστήμια που αποτελούν τον κατεξοχήν ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν για να ανταποκριθούν και να υπηρετήσουν τις νέες σχέσεις εξουσίας που θα πρέπει να εγκαθιδρυθούν
Ο νέος νόμος για την ανώτατη εκπαίδευση εισηγείται μια σειρά αλλαγών για τις οποίες έχουν ήδη πάρει θέση οι σύγκλητοι των πανεπιστημίων και η σύνοδος των πρυτάνεων εκφράζοντας τις επιφυλάξεις τους, ενώ έχουν κατατεθεί στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης πολλές απόψεις ποικίλου χαρακτήρα. Το θέμα στο οποίο θα ήθελα να εστιάσω τη δική μου παρέμβαση αφορά στις μεταβατικές διατάξεις των οργάνων διοίκησης και στον τρόπο που τις χειρίζεται το υπουργείο Παιδείας.
Ένα από τα περισσότερο χρησιμοποιημένα επικοινωνιακά όπλα στη ρητορική της «μεταρρύθμισης» που έχει στόχο την απαξίωση των πρυτανικών αρχών και των κοσμητόρων, αφορά την αντίληψη ότι όλοι όσοι απαρτίζουν το υπάρχον σύστημα διοίκησης είναι «οι βολεμένοι που παλεύουν για τις καρέκλες τους και τα προνόμιά τους». Με εύσχημο όμως τρόπο αποκρύπτεται το γεγονός ότι με το προηγούμενο νομικό πλαίσιο οι πρυτάνεις, οι αντιπρυτάνεις και οι κοσμήτορες απαγορεύονταν να διεκδικήσουν δεύτερη θητεία σε οποιαδήποτε θέση κεντρικής διοίκησης στα πανεπιστήμια, ενώ αντίθετα με τον νέο νόμο μπορούν όλοι να είναι εν δυνάμει επιλέξιμοι για όλες τις θέσεις. Αν λοιπόν τα μέλη της σημερινής διοίκησης των πανεπιστημίων είχαν ιδιοτελείς σκοπούς και ήθελαν να διαφυλάξουν «τις καρέκλες» τους, τότε θα έπρεπε να πάρουν θέση υπέρ του νέου νόμου, όπως κάνουν αρκετοί επίδοξοι μνηστήρες εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Επιπρόσθετα, αν ήταν και απόλυτα υποτελείς στις υπουργικές κατευθύνσεις χωρίς τεκμηριωμένο αντίλογο, τότε πιθανόν το υπουργείο να έδειχνε αφενός μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις των πανεπιστημίων και αφετέρου να μη διαμόρφωνε αυτό το πολεμικό κλίμα. Αντ' αυτών επιχειρείται μέσω των μεταβατικών διατάξεων:

1. Να δημιουργηθεί ένα όργανο εφαρμογής του νόμου, στο κύριο θέμα της συγκρότησης του συμβουλίου, παράλληλο και σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα σημερινή διοίκηση, το οποίο να μπορεί να οριστεί και απευθείας από το υπουργείο εν είδει «κυβερνητικής επιτροπής».
2. Η όποια καθυστέρηση και για οποιαδήποτε αιτία στη συγκρότηση του συμβουλίου οδηγεί αυτόματα στην τιμωρία των πανεπιστημίων μέσω του περιορισμού της χρηματοδότησής τους, υπονοώντας ότι η χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν είναι μια υποχρέωση του κράτους απέναντι στον ελληνικό λαό, αλλά απέναντι σε πρόσωπα πανεπιστημιακών (πρυτάνεις) τα οποία και μπορεί να τιμωρεί και
3. Στις 31.8.2012 παύονται στο σύνολό τους οι δημοκρατικά και νόμιμα εκλεγμένες διοικήσεις των πανεπιστημίων (πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις και κοσμήτορες), γεγονός το οποίο δεν έχει συμβεί ποτέ από το 1837 έως σήμερα.
Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι το εξής: Γιατί το υπουργείο ενώ γνωρίζει τη μη δυνατότητα επανεκλογής όλων των μελών των σημερινών διοικητικών οργάνων καθώς και τον υποχρεωτικό χρονικό περιορισμό της θητείας τους, επιβάλλει αυτές τις μεταβατικές διατάξεις οι οποίες με fast truck διαδικασίες υποβαθμίζουν, απαξιώνουν και εντέλει παύουν όλα τα όργανα διοίκησης;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να ενταχθεί στο νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τοπίο όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία δύο χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης. Σε αυτό το νέο πλαίσιο, όπως έχουμε όλοι αντιληφθεί, επανακαθορίζονται οι σχέσεις των επιμέρους κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων και κέντρων εξουσίας. Έτσι η πολιτική εξουσία επαναδιαμορφώνει τις σχέσεις της με τις ομάδες ελέγχου της οικονομίας και των ΜΜΕ, τις επιμέρους κοινωνικές δυνάμεις, τη θρησκευτική και την πνευματική ηγεσία και συνακόλουθα την ακαδημαϊκή εξουσία της γνώσης. Τα πανεπιστήμια που αποτελούν τον κατεξοχήν ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν για να ανταποκριθούν και να υπηρετήσουν τις νέες σχέσεις εξουσίας που θα πρέπει να εγκαθιδρυθούν. Σε αυτή την διαδικασία επανακαθορισμού των σχέσεων εξουσίας, οι κάθε μορφής συμβολισμοί παίζουν ιδιαίτερο ρόλο και ως εκ τούτου αποτελούν βασικά στοιχεία εφαρμογής των νέων πολιτικών.
Τα πανεπιστήμια και η ευρύτερη ακαδημαϊκή και πνευματική ηγεσία θα πρέπει να «ταπεινωθούν» έτσι ώστε να αποτελέσουν ένα εύκολα κατανοητό παράδειγμα καθυπόταξης. Το συμβολικό μήνυμα που στέλνεται στην ευρύτερη κοινωνία είναι ότι η πολιτική εξουσία είναι πανίσχυρη και αφού μπορεί να «ταπεινώνει» την ακαδημαϊκή κοινότητα, παύοντας τα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα διοίκησής της, κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στην πλήρη εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής της στο πλαίσιο του Μνημονίου. Επιπρόσθετα, με την απαξίωση των πανεπιστημιακών λειτουργών επιτυγχάνει αφενός να τους εμφανίσει ως μια θλιβερή ομάδα που ενδιαφέρεται μόνο για τα συντεχνιακά της συμφέροντα και αφετέρου να περιορίσει την επίδρασή τους στις κοινωνικές διεργασίες αφού έχει διαβληθεί ο δημόσιος λόγος τους.
Τέλος, η μετατροπή του δημοκρατικού και συμμετοχικού πανεπιστήμιου σε αριστοκρατικό και ολιγαρχικό όπου δεν θα υπάρχει η δημοκρατική νομιμοποίηση των πανεπιστημιακών αρχών, άλλα αντί αυτής θα υπάρχει η πλήρης υποταγή τους σε ένα συμβούλιο που θα τους διορίζει και θα τους παύει κατά βούληση, αποτελεί επίσης ένα άλλο συμβολικό παράδειγμα για τη δημόσια ζωή. Η επιβολή των νέων οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών θα πρέπει να βοηθηθεί μεταξύ των άλλων και από ένα νέο μοντέλο διοίκησης σαν αυτό του νέου πανεπιστημίου, όπου ο διοικούμενος δεν θα μπορεί να ελέγξει τα όργανα διοίκησής του.
Η απαξίωση των πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής κοινότητας που συντελέστηκε με πολύ μεθοδικότητα τα τελευταία δύο χρόνια, σε συνδυασμό με την επιχειρούμενη σήμερα «ταπείνωσή» τους μέσω της υποβάθμισης και παύσης των διοικητικών τους οργάνων και την εν συνεχεία μελλοντική τους μετατροπή σε αγοραία και ολιγαρχική μορφή, αποτελούν ίσως τον κυρίαρχο παραδειγματικό συμβολισμό στη μετάβαση της νέας, μετά ΔΝΤ και οικονομικής κρίσης, Ελλάδας. Σε αυτή τη νέα εποχή το μελλοντικό ελληνικό πανεπιστήμιο που σχεδιάζεται από την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, θα πρέπει να επιτελέσει τον νέο του ρόλο υποταγμένο πλήρως στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Το ζήτημα είναι αν αυτός ο νέος ρόλος είναι αποδεκτός από την κοινωνία στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που μόλις τώρα άρχισε να διαμορφώνεται και που κανείς σήμερα δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την έκβασή της.

* Ο Ιωάννης Παντής είναι καθηγητής Οικολογίας και αντιπρύτανης ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου